Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

ΠΙΚΡΟΤΑΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΠΙΚΡΕΣ ΕΛΙΕΣ" ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ WILLIAM MOLLINSON

Πρώην διπλωμάτης (1975-1981), ο Βρετανός λέκτορας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Γουίλιαμ Μάλινσον, ο οποίος ζει μόνιμα στην Ελλάδα, στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του «Πικρές Ελιές» -που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις της Εστίας- ανατρέχει στην ιστορία της Κύπρου και τις ποικίλες περιπέτειες που ο λαός τής μαρτυρικής Μεγαλονήσου βίωσε, ενώ στη συνέντευξή του στην «Ε» μιλά και για το σήμερα, το Αιγαίο, το Καστελόριζο, τα πετρέλαια, την ελληνοκυπριακή προσέγγιση με το Ισραήλ και τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Διαβάστε εδώ την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε στην «Ελευθεροτυπία».
Στο βιβλίο του «Πικρές Ελιές» (εκδ. Εστία) ο πρώην διπλωμάτης,  καταγράφει και πικρές αλήθειες για την Κύπρο.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

ΔΙΖΩΝΙΚΗ = ΠΥΛΩΝΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Φανούλας Αργυρού
Τα Απόρρητα Βρεττανικά Έγγραφα για την Κύπρο , τα οποία περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο της Φανούλλας Αργυρού ,με τίτλο « Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας» επιβεβαιώνουν για ακόμη μια φορά ότι η Κύπρος και ο Λαός της αντιμετωπίζουν μια βρώμικη συνωμοσία, η οποία στόχο έχει την διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη μετατροπή της σε ένα υπό ξένη κηδεμονία και κυριαρχία υποτελές Κρατίδιο, στην υπηρεσία των ξένων συμφερόντων.
Το νέο βιβλίο της Φανούλλας Αργυρού παρουσιάστηκε την Παρασκευή 15.04.2011, στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Σωματείου Αδούλωτη Κερύνεια. Εμφανής ήταν η επιθυμία του κόσμου να ενημερωθεί.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας - Του Πιερή Μ. Πιερή

Ενα βιβλίο γραμμένο με πόνο και δάκρυ. Ένα βιβλίο αυθεντικό, στο οποίκο πρειγράφονται με τιον πιο παραστατικό τρόπο τα βάσανα, οι εξευτελισμοί και γενικά το μαρτύριο των Ελληνοκυπρίων αιχμαλώντα στα χέρια των Τούρκων κατακτητών, στις αφιλόξενες φυλακές/στρατόπεδα αιχμαλώτων της Τουρκίας, το 1974.

(…) Λαβωμένοι βαθιά στο σώμα και στη ψυχή, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, πρησμένα και μουδιασμένα και σχεδόν παράλυτα από το σφικτό δέσιμο που τα σημάδεψε βαθιά, και με τα μάτια επίσης δεμένα σφικτά με λουρίδες άσπρου ρούχου, κάπου διακόσιοι ογδόντα πέντε τόσοι άνθρωποι, παραδέρναμε σαν «ψάρια στη στεριά» μέσα στην πνιγηρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα της κοιλιάς του σιδερένιου κήτους. Ενός δηλαδή τουρκικού πολεμικού πλοίου στο οποίο με τόση βία και αγριότητα μας έριξαν πριν από λίγο. Μεταφερθήκαμε εκεί ύστερα από ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς μιας βδομάδας σ’ ένα «στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων». Μια μάντρα προβάτων δηλαδή που οι Τούρκοι κατακτητές είχαν χρησιμοποιήσει για την κράτησή μας, από την ημέρα της σύλληψής μας μέχρι σήμερα.
Δεν είμαστε εγκληματίες, ούτε δολοφόνοι, ούτε οτιδήποτε άλλο! Είμαστε άνθρωποι φιλειρηνική και ήσυχοι, βιοπαλαιστές όλοι και οικογενειάρχες οι περισσότεροι και καμία δικαιολογία δεν ευσταθούσε για τη σύλληψή και την αιχμαλωσίας μας. Δεν είμαστε στρατιώτες και παρ’ όλο που μπορεί να προβληθεί η δικαιολογία ότι οι περισσότεροι φαινόμαστε μάχιμοι, εν τούτοις, αυτό πρέπει να το γνώριζαν πολύ καλά οι Τούρκοι, είναι ζήτημα αν έστω και ελάχιστοι από μας πήρα όπλο στα χέρια τους κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, αν εξαιρέσουμε βέβαια καμιά πενηνταριά στρατιώτες που βρίσκονταν ανάμεσά μας.

Από την ημέρα της εισβολής που ακολούθησε το καταραμένο εκείνο πραξικόπημα, τα όπλα χάθηκαν όλα, εξαφανίστηκαν λες και άνοιξε η γη και τα κατάπιες. Οι οπλαποθήκες έμειναν ερμητικά κλειστές κι απαραβίαστες, σαν να συμμάχησαν κι αυτές με τους Τούρκους εισβολείς . και δεν άνοιξαν με κανένα τρόπο. Ούτε με τα κτυπήματα και τη βία που προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν πολλοί που έτρεξαν να οπλιστούν για να υπερασπιστούν την πατρίδα από το βάρ4βαρο εισβολέας και να προασπίσουν την ζωή , τη τιμή και την περιουσία τους. Ούτε βέβαια με τις σπαρακτικές και απελπισμένες παρακλήσεις και ικεσίες των ανθρώπων αυτών που με τρόπο στην ψυχή έβλεπαν τον εχθρό να πλησιάζει σκορπώντας παντού το θάνατο και την καταστροφή . ενώ αυτοί ούτε να αμυνθούν δεν είχαν τα μέσα. Ήταν κάτι που δεν το περίμεναν και τους π0λήγωσε βαθιά στην ψυχή. Πικραμένοι κι απογοητευμένοι από τη στάση και την παθητική ανέχεια με την οποία οι τότε κρατούντες, αιματόβρεχτοι αντιπρόσωποι της «

Εθνικής Κυβέρνησης» της Χούντας των Αθηνών, αντιμετώπιζαν την τουρκική εισβολή, έτρεξαν να φύγουν μακριά. Να γλυτώσουν τουλάχιστον το τομάρι τους.

«Αν είναι να πεθάνουμε για την Πατρίδα, θεία είναι η δάφνη. Μια φορά κανείς πεθαίνει», λέει ο ποιητής. Στη δική μας όμως περίπτωση, μια τέτοια θυσία δεν άξιζε τον κόπο.

(…) Αλίμονο όμως! Τη μπόρα διαδέχτηκε η καταιγίδα, η οποία ήταν χειρότερη και ποιό καταστροφική. Ότι απέμεινε όρθιο από τους βομβαρδισμούς και το τρομακτικό πολυβολητό, ήλθαν να το γκρεμίσουν οι «Αττίλες» τα στίφη δηλαδή των Τούρκων εισβολέων . κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους, ρήμαζαν πόλεις και χωριά συμπληρώνοντας γενικά το καταστροφικό έργο των δολοφονικών όπλων κι ακόμα χειρότερα…!

Από τις σφαίρες, τι οβίδες και τις βόμβες μπορούσε κάποιος να γλιτώσει. Από τους Τούρκους στρατιώτες όμως, ήταν αδύνατον. Έμοιαζαν με τεράστια σμήνη επιδρομικών ακρίδων τόσο στον όγκο όσο και στη λύσσα και την ακόρεστη βουλιμία της καταστροφικής τους μανίας. Ήταν αρρώστια επιδημική και θανατηφόρα που τύλιγες τους πάντες, καταιγίδα τρομακτική κι ανεπανάληπτη που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της κυνηγούσε όλους τους ανθρώπους. (…)
(…) Σε όλα τα χωριά και τις πόλεις που κατέλαβαν οι κατακτητές, επιδόθηκαν με πρωτοφανή ενθουσιασμό κα με απερίγραπτη μανία και λύσσα σε δολοφονίες εν ψυχρώ αθώων πολιτών, σε βιασμούς γυναικών κάθε ηλικίας και σε ανείπωτους εξευτελισμούς εναντίον των κατοίκων . ιδιαίτερα για τους κατοίκους των χωριών Τριμίθι και Κάρμι που είχαν την κακοτυχία να δεχτούν πρώτοι τη γεύση της τουρκικής θηριωδίας, το μαρτύριο ήταν τρομερό. (…)

(…) ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς, όλοι οι άρρενες κάτοικοι των χωριών αυτών, από ηλικίας δεκαπέντε μέχρι εβδομήντα χρόνων, συνελήφθηκαν σαν «αιχμάλωτοι πολέμου», λέγε καλύτερα «θύματα πολέμου», για να υποστούν κατά τη διάρκεια της κράτησης τους τις χειρότερες ταπεινώσεις και τα δεινά της πιο απάνθρωπης μεταχείρισης.(…)
(…) Έτσι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μαζευτήκαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, ύστερα από το άγριο ανθρωπομάζωμα που ακολούθησε την εισβολή και που αποσκοπούσε στο γενικό εξανδραποδισμό του ελληνικού στοιχείου και την πλήρη τουρκοποίηση των καταληφθέντων εδαφών. Για να βρεθούμε σήμερα 30 Ιουλίου, 1974 με τα χέρια δεμένα σφικτά πίσω στην πλάτη και τα μάτια κλειστά, με το κορμί λαβωμένο από τα κτυπήματα και την ψυχή τραυματισμένη βαθιά από τις κακουχίες , την απόγνωση και τα φρικτά κι απρόσμενα κτυπήματα της μοίρας, σωστά ράκη, στην κοιλιά του σιδερένιου κήτους, του τουρκικού πολεμικού μεταγωγικού.
Η ζωή στον πλωτό τάφο

Αχ… αυτό το δέσιμο! Απ όλα τα μαρτύρια που υποφέραμε ως τώρα, αυτό ήταν το χειρότερο. Ούτε να καθίσεις μπορούσες, ούτε να ξαπλώσεις, μα ούτε να κοιμηθείς ή να ησυχάσεις σου επέτρεπε. Όπως και να προσπαθούσε να βολευτείς, οι πόνοι σου τρυπούσαν σαν πυρωμένη καρδιά το κορμί.
(…) Όταν λοιπόν ξαπλώναμε κι ακουμπούσαμε τα μούτρα μας στο πάτωμα, το μαρτύριο γινόταν ακόμα μεγαλύτερο. Το κεφάλι μας τρανταζόταν ολόκληρο και το μυαλό μας σάλευε από τους κραδασμούς και το βαθύ θόρυβο των μηχανών.

(…) Κάποιος λοιπόν κατάφερε με χίλια βάσανα και προφυλάξεις να λύσει το σχοινί και να ελευθερώσει τα χέρια του.

- Θέλεις να σε ξαπολύσω κι εσένα; Εγώ έβγαλα το σχοινί και το ρούχο από τα μάτια μου!

- Κι αν μας πάρουν είδης οι Τούρκοι;

- Ε… το πολύ – πολύ, να μας δείρουν και να μας δέσουν ξανά.

- Εν τάξει… λύσε με!

Λευτερώθηκε έτσι κι ο δεύτερος αιχμάλωτος από τα δεσμά του. Κι ενώ οι δύο φίλοι ήταν έτοιμη να συνεχίσουν τώρα μαζί το έργο τους, λύνοτας όσα περισσότερα σχοινιά και ρούχα μπορούσαν για να ανακουφίσουν και τους άλλους, κάποιος τους διέκοψε ξαφνικά φωνάζοντας από το βάθος της «γαλαρίας».

- Εφέντη…, σου εφέντη…! (νερό κύριε)

Σαν να δόθηκε αμέσως το σύνθημα. Τη φωνή του διαδέχτηκαν κι άλλες που ζητούσαν νερό. Κι όλες μαζί προκάλεσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των «αγάδων». Ένας από αυτούς που φαινόταν να είναι ο υπεύθυνος της βάρδιας των φρουρών, μας φώναξε να σιωπήσουμε και να παραμείνουμε ήσυχοι μέχρι να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από τον «μεγάλο» τους.

(…) Κοίταζαν μια εμάς και μια τους δικούς τους με απορία. Πως θα παίρναμε το «φαί» με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη; Στο τέλος ένας από αυτούς απευθύνθηκε στον αξιωματικό που στεκόταν πίσω από τα σύρματα και παρακολουθούσε με απάθεια την κατάσταση.
- Να τους λύσουμε τα χέρια; Ρώτησε στη γλώσσα τους.

- Όχι, απαγορεύεται, φώναξε αυστηρά ο αξιωματικός.

- Μα δεν θα μπορέσουν να φάνε. Πως θα πάρουν το ψωμί;

- Να τους ταΐσετε εσείς!

Ο στρατιώτης έμεινε αποσβολωμένος. Κούνησε το κεφάλι του σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας κι έμεινε για λίγο σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά κι αναγκαστικά συμμορφώθηκε με τη διαταγή του ανωτέρου του. Χωρίστηκαν έτσι κι αυτοί σε δυο ομάδες κι άρχισαν το δύσκολο έργο του ταΐσματος. Γιατί πρέπει να παραδεχτούμε ότι το τάισμα ήταν πολύ πιο δύσκολο και εκνευριστικό από το πότισμα. Εκείνος που κρατούσε το ψωμί, έκοβε ένα μεγάλο κομμάτι και έμπηγε στο ανοικτό στόμα που έχασκε μπροστά του. Κι όταν ο αιχμάλωτος έκοβε ανά τα κατάφερνε μια δαγκωματιά, ο άλλος στρατιώτης του έμπηγε με τον ίδιο τρόπο το τυρί και τη ντομάτα.

Στη Μερσίνα
Ένας τόπος άγνωστος απλωνόταν τώρα μπροστά στα μάτια μας κι ένας κόσμος, επίσης άγνωστος μας περίμενε….
- Είναι το Μπογάζι του Τρικώμου! Φώναξε κάποιος.

- Όχι, είναι το δάσος της Σαλαμίνας! Πέταξε κάποιος άλλος.

Ακούστηκαν πολλά τέτοια, χωρίς να είμαστε σίγουροι για τίποτε. Ώσπου…
- Εν η Μερσίνα! Φώναξε ο Λεύκος δυνατά.

- Η Μερσίνα; Ψιθυρίσαμε όλοι με δέος!

- Ναι…, ναι…, τούτη είναι. Ήρτα πολλές φορές εδώ με την τράτα! Επανέλαβε πάλι ο Λεύκος, ενώ κάποιος άλλος επιβεβαίωσε τα λόγια τους.

- Ναι, έχεις δίκιο. Εν η Μερσίνα! Εφέραν μας στην Τουρκία!

- Στην Τουρκία…;


                                                                                                                        ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….


Σ.Σ.: Όσοι ενδιαφέρονται να προμηθευτούν το βιβλίο «Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας» όπως και το βιβλίο «Αντίο» του Πιερή Μ. Πιερή, μπορούν να απευθύνονται στον ίδιο: Αγανίπης 3Α, 3112 Λεμεσός – Κύπρος Τηλ: 00357 -5- 383068, 00357-9- 449130, Φαξ: 00357-5-332206

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ΑΝΤΙΟ - Από το ημερολόγιο ενός αιχμαλώτου - του Πιερή Μ. Πιερή


(συγγραφέας: Πιερής Πιερή)
(σ.σ. Ο Πιερής Πιερή, ήταν αστυνομικός όταν συνελήφθη στις 26 Ιουλίου 1974 και στάλθηκε αιχμάλωτος σε διάφορες πόλεις της Τουρκίας όπου υπέστη τα πάνδεινα μέχρι να επιστρέψει ξεριζωμένος πια και να συναντήσει την προσφυγοποιημένη οικογένειά του. Στα βιβλία του «ΑΝΤΙΟ» ΚΑΙ «ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ Της ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ» περιγράφει όσα έζησε από τη στιγμή της σύλληψής του ως την επιστροφή του που έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1974)


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 1974.

Επιστρέψαμε στην Κερύνεια από την περιοχή του Μπέλλα Πάϊς όπου είχαμε καταφύγει για περισσότερη ασφάλεια μαζί με άλλους Κερυνειώτες, με την ελπίδα ότι θα καταφέρναμε να διαφύγουμε σε άλλα, πιο ασφαλισμένα μέρη.
………………

Αρκετοί Τουρκοκύπριοι της περιοχής έτρεξαν κοντά μας αμέσως μόλις μας είδαν. Η αγωνία και η αβεβαιότητα ήταν ζωγραφισμένη και στα δικά τους πρόσωπα. Μας καλοδέχτηκαν όμως και μας καλωσόρισαν στη γειτονιά. Μας ρωτούσαν πού είμαστε και πως περάσαμε… και μας υποσχέθηκαν κάθε δυνατή βοήθεια που θα περνούσε από το χέρι τους. Όταν κάποιος από τη παρέα με ρώτησε σε ποιο σπίτι θα προτιμούσα να μείνω, εγώ απάντησα ότι «δεν με πειράζει όπου και να μείνω, το ίδιο μου κάνει». Αμέσως τότε επενέβη ο Μουσταφάς.
- Εσύ γιέ μου σπίτιν μας να μείνεις! Τούτοι πολλοί είναι σε κάθε σπίτι. Έμεναν σπίτι έχει τόπον!
Ο Μουσταφάς ήταν από τους καλύτερους γ3ςεωργοκτηνοτρόφους της περιοχής και το όνομα του ήταν σε όλους γνωστό για τις άριστες και φιλικές σχέσεις που διατηρούσε με όλους τους Έλληνες. Η πρότασή του με βρήκε απροετοίμαστο. Με ξάφνιασε και με συγκίνησε πολύ.

………………

Στις 25 του Ιούλη, τουρκικά στρατεύματα περικύκλωσαν το σπίτι όπου μέναμε και μας διέταξαν να σταθούμε όλοι στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Μια ομάδα στρατιωτών πήρε θέση απέναντι μας σε απόσταση αναπνοής και μας σημάδευαν, περιμένοντας τη διαταγή του ομαδάρχη τους για να μας πυροβολήσουν και να μας σκοτώσου.

Αν έχεις τύχη διάβαινε, που λέει κι η παροιμία. Δυο Τουρκάλες η Φατμά κόρη του Μουσταφά και η γειτόνισσα η Τζεμαλιές που τόση ώρα παρακολουθούσαν από την αυλή του σπιτιού της δεύτερης, μόλις αναλήφθηκαν τον κίνδυνο που μας απειλούσε, έτρεξαν σαν σίφουνας και στάθηκαν μπροστά μας, πριν οι στρατιώτες προλάβουν να πατήσουν τη σκανδάλη. Μπήκαν ανάμεσα σ’ εμάς και τους στρατιώτες και άρχισαν ένα έντονο διάλογο μεταξύ τους. Οι στρατιώτες επέμεναν να μας σκοτώσουν γιατί είμαστε γκιαούρηδες όπως έλεγαν. Οι γυναίκες προσπαθούσαν να τους πείσουν ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και ότι όλες αυτές τις μέρες εδώ μαζί τους είμαστε και δεν κάναμε κακό σε κανέναν.

Το μικρό κοριτσάκι του Ανδρέα, ίσως γιατί διαισθάνθηκε τον κίνδυνο είτε γιατί τρόμαξε βλέποντας τις μαύρες και άγριες μουτσούνες των Τούρκων, έβαλε τα κλάματα και τυλίχτηκε στο λαιμό της μάνας του που το κρατούσε στην αγκαλιά της. Το κλάμα του μωρού συγκίνησε φαίνεται τον Τούρκο λοχία, που χαμήλωσε αμέσως το όπλο του και έγνεψε και στους στρατιώτες να κάμουν το΄ίδιο. Έβγαλε τότε από την τσέπη του μια φωτογραφία που έδειχνε μια νεαρή γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι, μας την έδειξε και κάτί μίλησε με τη Φατμά που μας εξήγησε: Έχει κι αυτός ένα κοριτσάκι σαν εσένα που το αγαπά πολύ. Νάτο, αυτό είναι το κοριτσάκι στην αγκαλιά της μάνας του…

Το πώς γλυτώσαμε τον θάνατο, μόνον ο Θεός ξέρει. Μόλις απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι, ένας πόνος, κάτι σαν τσίμπημα στο στήθος ένιωσα και με έκανε να φέρω το χέρι στο μέρος εκείνο για να δω τι με πονούσε. Και τότε κατάλαβα! Το χέρι μου άγγιξε το φυλακτό που είχα κρυμμένο και καρφιτσωμένο κάτω από τα εσώρουχά μου, στο μέρος ακριβώς που ένιωσα το τσίμπημα. Η Θεία Χάρη και η δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, λύγισε τις καρδιές και τα όπλα των Τούρκων και μας έσωσε όλους από βέβαιο Θάνατο!

Ας είναι ευλογημένο το όνομά Σου Θεέ μου!

Παρασκευή 26 Ιουλίου, 1974

Το αυτοκίνητο προχωρούσε αγκομαχώντας στον ανηφορικό δρόμο που μας οδηγούσε σε μέρη γνωστά αλλά με άγνωστο προορισμό. Το φορτίο του δεν ήταν βέβαια υπερβολικό, αλλά λόγω της ηλικίας του φαίνεται ή της κακής συντήρησης, δυσκολευόταν να προχωρήσει στον ανήφορο, παρά τις αγριοφωνάρες και τις βρισιές του Τουρκοκύπριου οδηγού του.

(Φωτό:  Ο μικρός Λεωνίδας Πιερής στην αγγαλιά της γιαγιάς του, γίνεται σύμβολο της Κυπριακής Προσφυγιάς.  Η φωτογραφία αυτή γίνεται το πρώτο προσφυγόσημο και έκανε το γύρο του κόσμου)
Ήταν ένα μικρό λεωφορείο των δώδεκα θέσεων που η ηλικία του θα ήταν τουλάχιστον όσο και ο αριθμός των θέσεών του. Κι εμείς οι επιβάτες το φορτίο του ας πούμε. Έντεκα Ελληνοκύπριοι «αιχμάλωτοι». Τρείς οπλισμένοι Τούρκοι αστυνομικοί, και ο επίσης Τούρκος οδηγός, δεκαπέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι. Προχωρούσε με δυσκολία και το αγκομαχητό του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο όσο προχωρούσε προς την ανηφόρα, γινόταν βρυχηθμός, άγριος και βαρύς. Ο οδηγός του άλλαζε συνεχώς τις ταχύτητες, βλαστημούσε και φώναζε μη τύχει και του μείνει στο δρόμο.

Άφωνοι και σκεφτικοί εμείς, πληγωμένοι στα βάθη της ψυχής μας κι απογοητευμένοι από το μεγάλο κακό που μας βρήκε, κι από το βέβαιο ξεριζωμό μας, γιατί αυτό προσπαθούσαν να κάμουν τώρα οι βάρβαροι κατακτητές, παρακαλούσαμε από τα βάθη της ψυχής μας το Θεό: «Θεέ μου, να σταματήσει το σαράβαλο έστω και για μια στιγμή μονάχα, ν’ απολαύσουμε για λίγο ακόμα την όμορφη Κερύνεια μας που δεν χόρτανε το μάτι μας να την βλέπει. Τη μικρή αυτή πόλη στην οποία εγκαταλείπαμε όλοι, με το βέβαιο ξεριζωμό μας, τις παιδικές και εφηβικές μας αναμνήσεις, τις γυναίκες και τα παιδιά μας, τα σπίτια και το βιός μας κι ότι άλλο είχαμε δημιουργήσει κι αγαπήσει σ’ αυτόν τον κόσμο.

Και οι έντεκα είχαμε γεννηθεί στην όμορφη τούτη πόλη και τα περίχωρα της. Και δημιουργήσαμε τις δικές μας οικογένειες, χτίζοντας το μέλλον μας με όνειρα κι ελπίδες πολλές. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μας ριχτήκαμε στον αγώνα της ζωής, τον σκληρό και δύσκολο, με μοναδική μας επιδίωξη να κάνουμε τα όνειρα εκείνα πραγματικότητα. Πονέσαμε πολύ στο έργο μας και κλάψαμε στις ατυχίες και τα κτυπήματα της μοίρας και στις δυσκολίες που μας βρήκαν, μα δεν λυγίσαμε. Προχωρήσαμε με θάρρος κι αγωνιστήκαμε όσο μπορούσαμε για να φτιάξουμε αυτό που θέλαμε, όπως το θέλαμε γιατί έτσι το θέλαμε…

Αχ καλύτερα να μην τα σκέφτεται κανείς. Γιατί όλα τα όνειρα και οι ελπίδες που με τόσους κόπους και μόχθους υλοποιήθηκαν κι έγιναν έργα πολιτισμένα, παίρνοντας σάρκα και οστά, ποτισμένα με το αίμα, το μόχθο και τον ιδρώτα μας, να τώρα όλα μαζί κλεισμένα σ’ ένα παλιό αυτοκίνητων των δώδεκα θέσεων να γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά στα μάτια μας και να χάνονται….

………….

Με το κούρσεμα της πόλης, άρχισε μια ανελέητη εκστρατεία για επισήμανση των ανθρώπων που είχαν το «θράσος» να μείνουν στα σπίτια τους ή να κρυφτούν όπου ξέκοψαν ή που έκριναν πιο ασφαλισμένα. Άρχισε ένα άγριο και οδυνηρό ανθρωπομάζωμα και το σκληρό ξεκλήρισμά των κατοίκων της περιοχής που οδηγούνται σε πρόχειρα στρατόπεδα αιχμαλώτων, με τελικό προορισμό τις φυλακές της Τουρκίας.

Κι εμείς…, εμείς οι έντεκα που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ξεκόψαμε και μείναμε κρυμμένοι στην Κερύνεια, περιμέναμε τώρα με δέος κι αμηχανία τη μοίρα μας……

……

Ω του θαύματος! Σ’ ευχαριστούμε Θεέ μου που θέλησε να μας σώσεις. Ας είναι δοξασμένο το όνομά Σου. Ο από μηχανής Θεός, που με τόση αγωνία και λαχτάρα περιμέναμε και παρακαλούσαμε να φανεί, βρισκόταν ήδη εκεί μπροστά μας, έτοιμους να μας πάρει μακριά , να μας λυτρώσει. Τρία αυτοκίνητα της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών είχαν σταματήσει στο δρόμο μπροστά από το σπίτι όπου μέναμε. Τα δύο ήταν στρατιωτικά, γεμάτα πάνοπλους άνδρες της Δύναμης και το άλλο ήταν ένα λεωφορείο με τρεις μόνον πάνοπλους επίσης άνδρες, τους ΟΗΕδες όπως τους λέγαμε. Τρέξαμε όλοι με ανυπομονησία κοντά τους και τεντώσαμε τα’ αυτιά ν’ ακούσουμε ένα καλό λόγο από τα στόματά τους. Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, έτσι άφησαν να νοηθεί. Τους ζητήσαμε να μας πάρουν να φύγουμε μακριά από την κόλαση στην οποία βρισκόμαστε.

Ο υπεύθυνος αξιωματικός των ΟΗΕδων, μας είπε ότι όποιος ήθελε να φύγει, μπορούσε να μπει στο λεωφορείο…..

………..

Στεναγμοί ανακουφίσεως βγήκαν από τα βάθη της ψυχής μας κι αρχίσαμε όλοι τα σταυροκοπήματα, ενώ ψίθυροι ευχαριστιών προς τον Ύψιστον, αναπέμποντας από όλα τα στόματα για τη σωτηρία μας. Ευγνωμονούσαμε το Θεό που εισάκουσε τις προσευχές μας κι έστειλε τους Ειρηνευτές να μας πάρουν υπό την προστασία τους….

……….............

Δεν πρόλαβαν όμως τα τρία αυτοκίνητα να φθάσουν στον προορισμό τους. Στα μισά του δρόμου, ένοπλοι Τούρκοι αστυνομικοί έφραξαν το δρόμο και υπό την απειλή των όπλων, ανάγκασαν τα αυτοκίνητα να σταματήσουν. Μπήκαν κι αυτοί μέσα και υποχρέωσαν τους ΟΗΕδες να μας οδηγήσουν στην αστυνομία τους….
………………….

Ύστερα, ένας Τούρκος σκαρφάλωσε στο αυτοκίνητο μας και μίλησε με σπασμένα ελληνικά:

- Να μεν φοάστε. Εν εν να κάμουμεν τίποτε. Να πάρουμε μόνον στοιχεία τους, να ξέρουμε ποίοι είναι και κανένας να μεν πάθει τίποτε. Για καλόν τους να κάμουμεν τούτο.

- Θα μας τους φέρετε πίσω, ρώτησαν με αγωνία οι γυναίκες.

- Βέβαια να φέρουμεν, τες καθησύχασε ο Τούρκος και πρόσθεσε: Αυτοκίνητο να μείνει να περιμένει.

Μη έχοντας άλλην εκλογή, κατεβήκαμε οι άνδρες από το λεωφορείο. Είμαστε εφτά κι οδηγηθήκαμε στον Σταθμό, ακολουθούμενοι από δύο ΟΗΕδες. Μας έμπηξαν σ’ έναν γραφείο στο οποίο βρίσκουνταν άλλοι τέσσερεις νέοι από την Κερύνεια κι αυτοί και που είχαν συλληφθεί με τον ίδιο τρόπο όπως κι εμείς.

Φρικτές Μαρτυρίες

Ένα γκριζόμαυρο σύννεφο πλανιόταν πένθιμα πάνω από την Κερύνεια κι έσμιγε με τους καπνούς που αναδίδονταν σαν θυμίαμα στον ουρανό από τα καμένα πτώματα και τα ερείπια της χαμένης – νεκρής πολιτείας. Οι καπνοί έβγαιναν από κάθε σημείο της πόλης που την είχαν κτυπήσει ανελέητα οι δολοφονικές βόμβες των κατακτητών κι από τα όμορφα χιλιοτραγουδημένα και κοσμαγάπητα δάση της που καίγονταν απ άκρους σ’ άκρη από τις εμπρηστικές βόμβες κι έκαναν τον Πενταδάκτυλο να φαντάζει σαν μια πελώρια αναμμένη λαμπάδα. Ανέβαιναν κατάμαυροι στον ουρανό σμίγονταν πάνω από την πόλη κι ενώνουνταν μαζί με το σύννεφο που βάραινε όλο και περισσότερο, πιέζοντας ασφυκτικά την ατμόσφαιρα.

Φωνή δεν ακουγόταν. Οι νεκροί που ήταν σκορπισμένοι εδώ κι εκεί δεν μιλούσαν. Βρίσκουνταν ξαπλωμένοι στο έδαφος φουσκωμένοι απαίσια, με τα χαρακτηριστικά τους αλλοιωμένα και παραμορφωμένα. Ολόγυρα τους σκορπούσαν την αηδιαστική εκείνη μυρουδιά που έρχεται μαζί με την αποσύνθεση και σου θυμίζει νεκροταφείο, με κορμιά άταφα, διάτρητα από σφαίρες και κομματιασμένα από τα κτυπήματα της λόγχης. Άλλα ήταν πεσμένα μπρούμυτα και το πρόσωπό τους φιλούσε το χώμα, λες και ικέτευαν τη μάνα γη, ν’ ανοίξει και να τους καταπιεί, να τους χώσει βαθιά μέσα στην αγκαλιά της, στα σπλάχνα της, όπου κανείς πια δεν θα μπορούσε να τους ενοχλήσει, να διαταράξει τη γαλήνη του και να τους πικράνει άλλο. Άλλα, ξαπλωμένα ανάσκελα με τα χέρια διάπλατα ανοικτά, μάτια γουρλωμένα από τον τρόμο και με την απογοήτευση και τον πόνο τυπωμένα ανεξίτηλα στα χλωμά πρόσωπά τους, παρακαλούσαν το Θεό να βάλει το χέρι Του και να σταματήσει το κακό που βρήκε τον τόπο μας, να μην επιτρέψει άλλους σκοτωμούς και να τους δε3χθεί στην γαλήνια και ανέμελη βασιλεία Του.

……………..

Μόλις οι Τούρκοι πάτησαν το πόδι τους στη ξηρά, απέκοψαν τον δρόμο που ενώνει την Κερύνεια με τις κωμοπόλεις Καραβά και Λαπήθου. Πριν ξημερώσει είχαν μπλοκάρει όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια… Ενέδρευαν παντού, χωμένοι μέσα στα χαντάκια και πίσω από τους θάμνους κι αλλοίμονο στα τρομαγμένα κι ανίδεα πλήθη που έτρεχαν κυνηγημένα για να σωθούν. Έπεφταν όλοι σαν ποντικοί στη φάκα που είχαν στήσει οι αιμοδιψείς κατακτητές. Τους σκότωναν πυροβολώντας τους αδιάκριτα ενώ έφευγαν μέσα στα αυτοκίνητά τους ή περπατητοί. Τους περισσότερους τους μάζευαν και τους έστηναν γραμμή τον έναν δίπλα στον άλλον όπως σε εκτελεστικό απόσπασμα. Νέους, γέρους, γυναίκες και μικρά παιδιά και χωρίς οίκτο, χωρίς έλεος κι ανθρώπινα αισθήματα, πυροβολούσαν από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο διασκεδάζοντας με τον ανθρώπινο σπαραγμό και τον θάνατο.

Σπαρταρούσαν τα θύματα στο έδαφος ώσπου να ξεψυχήσουν πληγμένα από τις σφαίρες κι οι δολοφόνοι γελούσαν και πανηγύριζαν με τον πόνο των ανθρώπων και τον αγώνα της ψυχής ώσπου να αποχωριστεί από το σώμα. Αν κανείς αργούσε να ξεψυχήσουν και τους άφηνε και την παραμικρή αμφιβολία ότι υπήρχε πιθανότητα να ζήσει, ορμούσαν πάνω του κα με τις λόγχες τους κομμάτιαζαν το κορμί. Τις έμπηγαν με μαία και λύσσα πρωτοφανή στο μέρος της καρδιάς ή έκοβαν τον λαιμό, τα άκρα, ακόμα και τα γεννητικά όργανα του θύματος, του άνοιγαν χίλιες τρύπες στο κορμί, μέχρι να πάψει να κινείται. Αρκετούς τους λόγχιζαν πρώτα, και ενώ ήταν ακόμα ζωντανοί, τους έβγαζαν τα μάτια και τους έκοβα τα άκρα και τα όργανα διασκεδάζοντας με τον πόνο τους πριν τους αποτελειώσουν με τις σφαίρες.

..........................

….οι μπουλντόζες δούλευαν συνέχεια. Έσκαβαν πρώτα τους λάκκους κι ύστερα με όλη την ασυναισθησία που διακρίνει τη μεταλλική τους ψυχρότητα, έμπηγαν τα ατσάλινα νύχια τους στις μαλακές σάρκες των νεκρών, γέμιζαν τις χούφτες τους με πτώματα και τις άδειαζαν μέσα στους λάκκους. Διαμελισμένα κορμιά από τις τουρκικές λόγχες κι άλλα λειωμένα από το βάρος και τα νύχια των μηχανών, κομμάτια από σάρκες και κόκαλα όλα μαζί ανακατεμένα ρίχνονταν μέσα στους λάκκους μέχρις απάνω….

……….
Όταν οι Τούρκοι έφθασαν έξω από την Κερύνεια, η δουλειά έγινε πιο εύκολη και έπαψαν πια να χρησιμοποιούν τις μπουλντόζες. Η περιοχή βρισκόταν σε οικοδομικό οργασμό και σ’ όλα τα οικόπεδα, από την άκρη της θάλασσας μέχρι τον κύριο δρόμο και πέρα απ αυτόν, υπήρχαν λάκκοι πολλοί μικροί και μεγάλοι που είχαν ανοιχθεί για να στηρίξουν τα θεμέλια μεγάλων ξενοδοχείων και άλλων τουριστικών οικισμών και εγκαταστάσεων. Αντί λοιπόν να σκοτώνουν πρώτα τα θύματά τους και ύστερα να μπαίνουν στον κόπο να ανοίγουν λάκκους σοφίστηκαν κάτι καλύτερο, ποιο εύκολο και ποιο φρικτό και συγκλονιστικό. Συλλάμβαναν όσους συνάντησαν στο πέρασμα τους και αφού τους κτυπούσαν και τους βασάνιζαν σκληρά κι ανελέητα τους οδηγούσαν σε ομάδες μπροστά στρ ανοιχτά θεμέλια. Τους έστηναν στο χείλος του λάκκου, τους περισσότερους δεμένους με τα χέρια πίσω και τα μάτια κλειστά και εκεί τους πυροβολούσαν έναν - έναν με την άνεσή τους διασκεδάζοντας μ’ αυτό και διαγωνιζόμενοι ποιος θα παραβγεί στην σκοποβολή και θα νικήσει στο σαδισμό. Τα πληγωμένα κορμιά έπεφταν τώρα από μόνα τους στο λάκκο. Άλλα κτυπημένα καίρια, και άλλα ζωντανά, σφάδαζαν από τους πόνους ώσπου να ξεψυχήσουν από την ακατάσχετη αιμορραγία ή την ασφυξία από την πίεση των άλλων πτωμάτων που έπεφταν πάνω τους. Πραγματική σφαγή, γενοκτονία, προμελετημένη και προγραμματισμένη γινόταν όπου πατούσαν το πόδι τους οι αττίλες και έπαιρνε γι αυτούς μορφή πανηγυρική με καντιβαλλιστικές εκδηλώσεις.

…………………..


Σάββατο 27.7.1974

(μέσα στη μάντρα με άλλους αιχμάλωτους)


Ύστερα από αρκετές ταλαντεύσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και μετά από την αγωνία της πρώτης νύχτας και τους πόνους, έφτασε επιτέλους το πρωί. Αρκετοί ξύπνησαν νωρίς και κάθισαν αμίλητοι στις θέσεις τους, τέντωσαν χέρια και πόδια, έτριψαν βαριεστημένα τα μάτια και έξυσαν το κεφάλι να ξεμουδιάσουν. Μερικοί προχώρησαν σκυφτοί μέχρι το καγκέλλι και κάθισαν στη γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλον. Ένας Τούρκος αστυνομικός σηκώθηκε τότε από τη θέση του μέσα στην αυλή και πλησίασε με το αυτόματο οπλισμένο και προτεταμένο.


      Φωτό:  Αιχμάλωτοι Ελληνοκύπριοι πολίτες στα Άδανα

- Να πάμεν στο μέρος; Ρώτησε ο πρώτος της γραμμής πριν ο Τούρκος ρωτήσει τι θέλουν.

- Ένας – ένας, απάντησε ξερά εκείνος.


Ήταν φαίνεται καθημερινό και συνηθισμένο φαινόμενο. Άνοιξε το κάγκελο ενώ έριχνε μια βλοσυρή ματιά σ όλους μας και το ύφος του έδειχνε πως κάτι ήθελε να ξεστομίσει, αλλά μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Στράφηκε και πήρε τη καρέκλα του, την έβαλε στη σκιά του τοίχου και κάθισε εκεί να μας προσέχει με το όπλο στραμμένο προς το μέρος μας.


Το «μέρος», το αποχωρητήριο δηλαδή του στρατοπέδου, γιατί η μάντρα δε ήταν τίποτε άλλο από στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, ήταν μια τρύπα, ένας μικρός λάκκος πρόχειρα βγαλμένος στη νοτιοανατολική γωνιά της αυλής. Το βάθος ήταν ίδιο με το πλάτος και δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Τα χώματα από το σκάψιμο ήταν ριγμένα όπως-όπως στο γύρο του λάκκου κι από πάνω για κάλυμμα ήταν πεταμένο ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα κάποιου παλιού παραθύρου, τοποθετημένο αδέξια και που οι άκρες του μόλις πατούσαν στα σκαμμένα χώματα. Δυο –τρία μέτρα στα βόρεια του λάκκου, είχαν τοποθετήσει ένα ξύλινο κιβώτιο όρθιο για να προστατεύει δήθεν από τα μάτια των άλλων αυτούς που πήγαιναν για τη φυσική τους ανάγκη. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε δεν έκρυβε.

Όποιος πήγαινε στο μέρος, αποτελούσε κοινό θέμα για όλους: φρουρούς, κρατούμενους, περιέργους στρατιώτες και πολίτες που τριγύριζαν ολημερίς στον χώρο γύρω από τη μάντρα. Για τον ίδιο όμως ήταν μια ενοχλητική και δύσκολη αναγκαιότητα. Όσοι πήγαιναν μόνον για «ψιλό» πάει καλά, στέκονταν εκεί γυρισμένοι προς τον τοίχο, ή κάθουνταν στα δυο τους πόδια σφίγγουνταν λίγο και η δουλειά τους τέλειωνε γρήγορα. Όσοι όμως πήγαιναν για «χοντρό» κι ήταν πολύ λίγοι αυτοί, ε λοιπόν αυτοί μαρτυρούσαν όπου να τα …βγάλουν. Ήταν υποχρεωμένοι να τα κατεβάσουν μπροστά στα μάτια των άλλων και να καθίσουν εκεί εκθέτοντας μπροστινούς και πισινούς σε κοινή θέα. Ήξεραν πως όλοι τους παρατηρούσαν και τους σχολίαζαν και η ανάγκη τους αυτή γινόταν σωστό μαρτύριο. Είναι δύσκολο μπροστά σε τόσους άλλους, να κάνει κάτι τέτοιο. Νομίζει πως το έντερό σου δένεται κόμπο και τα σκ… δεν βγαίνουν εύκολα, παρόλο το σφίξιμο και την προσπάθεια που καταβάλλει. Εκτός αυτού, ότι κι αν έκανες , ουρούσε ή έχεζες, οι ακαθαρσίες με τις οποίες είχε γεμίσει ο λάκκος, ούρα τα πιο πολλά, πετάγονταν σε χοντρές σταγόνες και σε πιτσίλιζαν παντού. Οι περισσότεροι πού σφίγγουνταν εκεί καμπόση ώρα χωρίς να τα καταφέρουν να ξαλαφρώσουν, σηκώνουνταν με δυσφορία αναβάλλοντας για άλλη ώρα, γιατί τους φώναζαν και οι φρουροί να κάνουν γρήγορα για να προφτάσουν όλοι.

……………………….


Μόνο μια λύση υπάρχει, σκέφτηκα για να ησυχάσω και σηκώθηκα αποφασισμένος να βγάλω μια –μια όλες τις πέτρες που μου τρυπούσαν το κορμί και το κεφάλι και δεν με άφηναν να ξεκουραστώ και να ησυχάσω. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι κάθε προσπάθειά μου ήταν μάταιη και το αποτέλεσμα της χειροτέρευε την κατάσταση. Κάθε πέτρα που έβγαζα, άνοιγε κι ένα μικρό λάκκο που έκανε το έδαφος πιο ανώμαλο ενώ πολλές άλλες εμφανίζονταν κάτω απ αυτή που έβγαινε. Απογοητευμένος λοιπόν παράτησα την προσπάθεια μου αυτή και γύρισα πάλι να ξαπλώσω ανάσκελα όταν το μάτι μου πήρε μια παλιά κάλτσα πεταμένη στη γωνιά του τοίχου. Άπλωσα το χέρι μου και την πήρα, τη δίπλωσα προσεκτικά μην τη δει ο κάτοχός της και μου την πάρει και την έβαλα κάτω από το κεφάλι μου για μαξιλάρι. Μπόρες τώρα επιτέλους να ξαπλώσω με το κεφάλι κάπως ήσυχο, κι έκλεισα τα μάτια να μ βλέπω τίποτε, αναλογιζόμενος χίλια δυο πράγματα, κλεισμένος στον εαυτό μου.
…………………………

Οι Τούρκοι δεν σκότωναν μόνον στρατιώτες μάχιμους άντρες αλλά και γυναίκες και παιδιά. Και οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας και οι συγγενείς μας, οι περισσότεροι βρίσκονταν στα σπίτια τους, στα διάφορα χωριά της Κερύνειας που είχαν ήδη κουρσευτεί από τους εισβολείς, αδύνατοι κι ανυποψίαστοι, στο έλεος του βάρβαρου κατακτητή.


Αγωνία θανάτου
………………..
Νέα προσταγή ακούστηκε πάλι στα τουρκικά που απευθύνονται τώρα σε μας. Ένα Τουρκοκύπριος μετάφρασε μεταδίδοντας μας τις στον ίδιο τόνο και ύφος όπως την πήρε από το αφεντικό.

- Ούλλοι πάνω να σηκωθείτε.

Δεν περιμέναμε να το επαναλάβει. Χρειαστήκαμε όμως πολλές προσπάθειες ώσπου να σταθούμε στα πόδια μας. Πασκίσαμε να τα καταφέρουμε κι είναι αλήθεια πως σαστίσαμε να εκτελέσουμε τη διαταγή. Βιαζόμαστε να ξεμουδιάσουμε και το παράξενο όσο απίστευτο φαίνεται, βιαζόμαστε να φτάσουμε όσο πιο γρήγορα στο τέλος!

…………………….

Μόλις τέλειωσε η επιβίβαση, οι οδηγοί έβαλαν σε λειτουργία τις μηχανές και τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν. Νεκρική σιγή απλώθηκε στην αρχή αλλά σιγά – σιγά τη διαδέχθηκαν ψιθυρίσματα από προσευχές και ικεσίες που ο καθένας ανέπεμπε στο Θεό και στους Αγίους.

…………………


Τα λίγα λεπτά, μας φάνηκαν χρόνος ατελείωτος κι έδωσαν την ευκαιρία σε μερικούς να αρχίσουν τα μουρμουρητά και τα κλαψουρίσματα.
- Εν να μας σκοτώσουν όλους! Φώναξε ο διπλανός μου κι άρχισε τα κλάματα.

- Σιώπα του ψιθύρισα, δεν θα μας σκοτώσουν.

- Θα μας σκοτώσουν, επανέλαβε εκείνος. Δεν ακούεις τις μπουλντόζες που δουλεύουν. Ανοίγουν τους τάφους που θα μας ρίξουν μέσα. Να εκεί πάνω στο βουνό που φαίνουνται τα τρία κόκκινα φώτα.
…………………….


Στην Τουρκία… Παναγιά μου!


Έκλεισα τα μάτια κι ακούμπησα με το μέτωπο στο σίδερο του μπροστινού μου καθίσματος. Στ’ αυτιά μας έφταναν ήδη τα υπόκωφα βογγητά των συναδέλφων μας, των μπροστινών λεωφορείων, που είχαν στο μεταξύ αποβιβαστεί και υπέφεραν στα χέρια των κανιβάλων. Στο δικό μας λεωφορείο άρχισαν πάλι τα αγωνιώδη μουρμουρητά και δεν εννοούσαν να σταματήσουν παρά τις φωνές των φρουρών.
- θα μας σκοτώσουν όλους, μουρμούρισε κάποιος.

- Τους πνίγουν και τους ρίχνουν στη θάλασσα, πετάχτηκε κάποιος άλλος, επηρεασμένος από τα υπόκωφα βογγητά.

Σκουντούσε ο Τουρκοκύπριος φρουρός τον καθένα από μας ή τον τραβούσε από το δεμένο μπράτσο του για να σηκωθεί και πριν καλά – καλά προλάβει να κουνηθεί από τη θέση του, τον άρπαζαν στα νύχια τους σαν γεράκια οι ανατολίτες που κατάκλυσαν ήδη το αυτοκίνητο. Μόνον ο Θεός ξέρει πόσο υπέφερε ο καθένας μας ώσπου να …προσγειωθεί.

Ο διπλανός μου τραβήχτηκε βίαια από τη θέση του. Αμέσως μετά αντιλήφθηκα με την άκρη του ματιού μου έναν Τουρκοκύπριο να στέκεται δίπλα μου και να φωνάζει χωρίς να με αγγίξει καθόλου.

- Σειρά σου τωρά. Σήκου πάνω.
Με τα λίγα τούρκικα που γνώριζα, κατάλαβα τι είπε. Και να μην καταλάβαιναν πάλι θα σηκωνόμουν αφού ο διπλανός μου είχε φύγει. Τι το ‘θελα όμως Θεέ μου να σηκωθώ έτσι απότομα με την πρώτη λέξη χωρίς να περιμένω να με σκουντήσουν κι εμένα ή να με τραβήξουν όπως τους άλλους;

- Αααα, τούτος θωρεί, φώναξε χαιρέκακα ο Τούρκος και μ’ έσπρωξε στα χέρια των στρατιωτών.

-  Θωρεί; Φώναξαν άγρια εκείνοι αρπάζοντάς με, με λύσσα στα δυνατά τους μπράτσα.

Κάτω από καταιγιστική βροχή από γρονθοκοπήματα, κλωτσιές και βρισιές ακατονόμαστες και άγριες, βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω και δίχως να πατήσουν τα πόδια μου στη γη, καθισμένος σταυροπόδι ανάμεσα στους άλλους, πάνω σε μια μαούνα που βρισκόταν κοντά στην ακτή. Ένοιωθα όλο μου το κορμί μουδιασμένο από τα κτυπήματα. Περισσότερα απ όλα πονούσε το κεφάλι μου, η πλάτη και η κοιλιά . το στόμα και το πρόσωπο είχαν σχιστεί από τα δυνατά και άγρια κτυπήματα και γέμισαν αίματα που έτρεχαν ασταμάτητα και έσταζαν πάνω στη μαούνα. Γύρω πλήθος τα βογγητά από τους πόνους και τα τραύματα που όλοι λίγο ή πολύ υπέστησαν από την ανώμαλη προσγείωση.

Όταν συμπληρώθηκε το φόρτωμα ξεκίνησε η βάρκα, προχώρησε αργά και πήγε και κόλλησε σ ένα από τα τρία πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα κοντά στο «Χρυσό Βράχο». Δυο Τούρκοι στρατιώτες που μιλούσαν κάτι σπασμένα ελληνικά φώναζαν διαρκώς, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω, όμως καλά – καλά τι έλεγαν. Το μόνο που κατάλαβα αφού το είχαν επαναλάβει πολλές φορές ήταν ότι έπρεπε να πλησιάσουμε ένας – ένας μπροστά στο χοντρό σανίδι που χρησίμευε για σκάλα. Στη μια του άκρη το σανίδι αυτό ακουμπούσε στο κατάστρωμα της μαούνας και με την άλλη ήταν στερεωμένο στην κορυφή του πλοίου.

……………………

Ένας βαρύς αναστεναγμός βγήκε από τα ματωμένα μου χείλη κι ένας πόνος , ένα αίσθημα παράξενο έκανε την καρδιά μου να σφιχτεί και το κορμί μου να ριγήσει μόλις πάτησα το πόδι μου στο κατάστρωμα του πλοίου. Το εσωτερικό του, από το άνοιγμα της καταπακτής, φάνταζε μαύρο και σκοτεινό κι ανατρίχιασα στη σκέψη πως σε λίγο θα βρισκόμουν εκεί μέσα, κλειδαμπαρωμένος στο μέρος αυτό της κόλασης. Μου φάνηκε προ στιγμή πως ήταν σαν λαβύρινθος που σε λίγος θα μας κατασπάραζε το τέρας του Μινώταυρου.

Με πόνο στη ψυχή και με μάτια βουρκωμένα, σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά. Ήθελα να δω και ν’ αποχαιρετήσω για τελευταία φορά έστω και νοερά, τους κάμπους, τα βουνά, τα ζεστά φιλόξενα σπίτια και χωριά, της όμορφη και αγαπημένης μου πατρίδας. Τίποτε όμως δεν πρόλαβα να δω. Ούτε πρόφτασα να κάνω μια τελευταία ευχή. Ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω, μ’ έκανε να κατρακυλήσω στην καταπακτή και να βρεθώ στην καρδιά του σιδερένιου κήτους.
Μόνο… ναι… μόνον έναν στεγνό, στερνό, «αντίο» βγήκε από τα χείλη μου ενώ κατρακυλούσα…!

- Αντίο…!

-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0


                                Φωτό:  Μέσα στο αμπάρι του τουρκικού πλοίου

 
Το βιβλίο του Πιερή Πιερή, «Αντίο» με 178 συγκλονιστικές σελίδες όπως και το βιβλίο του «Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας» 269 σελίδων, με την προσωπική του αφήγηση από τη σύλληψή του και την τρίμηνη αιχμαλωσία του σε φυλακές της Τουρκίας, μπορείτε να το προμηθευτείτε από τον ίδιο,
επικοινωνώντας
στο τηλέφωνό του:
 00 357 25 38 3068