Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΩΡΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ

Είναι προφανές. Οι πραγματικές επιδιώξεις των Τουρκων που ήθελαν να διατηρήσουν πόδι στα Ελληνοκυπριακά χώματα τώρα αποκαλύπτονται. Και είναι ηλίου φαηνότερο το γεγονός ότι πίσως τους ήταν και θα παραμείνουν οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί αλλά και "φίλοι" της Κύπρου που τελικά ήταν οι ...σιγανοιπαπαδιές της ιστορίας. Θ. Κοντζόγλου 081208cyprusEUturkey Του Δημήτρη Κωνσταντακόιπουλου Νέα στοιχεία φέρνει σήμερα στο φως η εφημερίδα μας, αναφορικά με την τουρκική πρόκληση της 13ης Νοεμβρίου στην Πάφο, που δυστυχώς δεν έμεινε μοναδική. ‘Οπως είμαστε σε θέση να αποκαλύψουμε οι προκλήσεις συνεχίστηκαν στις 19, στις 21 και στις 24.11.2008, νοτίως μάλιστα της Κύπρου (!) χωρίς μέχρι στιγμής να προκαλέσουν καμμιά ανάλογα σοβαρή αντίδραση της κυπριακής και της ελληνικής κυβέρνησης, παρά τον επικίνδυνο χαρακτήρα της δράσης του τουρκικού πολεμικού ναυτικού. Και, ενώ ο κ. Χριστόφιας έσπευσε με δηλώσεις του να αθωώσει τον κ. Ταλάτ, λέγοντας ότι δεν φέρει ευθύνη, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης απέστειλε επιστολή στον ΓΓ του ΟΗΕ υπεραμυνόμενος των δικαιωμάτων της Τουρκίας στην θαλάσσια περιοχή της Κύπρου και χαρακτηρίζοντας συκοφάντη τον Κύπριο Πρόεδρο! Σύμφωνα με Κυπρίους και Νορβηγούς υψηλά ιστάμενους κυβερνητικούς αξιωματούχους και ναυτιλιακές πηγές, το τουρκικό ναυτικό απείλησε στις 13.11 να βυθίσει το νορβηγικών συμφερόντων σκάφος που διενεργούσε έρευνες, αν δεν έφευγε από την περιοχή. Ο Νορβηγός πλοίαρχος αρνήθηκε να υπακούσει και επικοινώνησε με τις αρχές της χώρας του και, στη συνέχεια, της Κύπρου. Τελικά, του εδόθησαν οδηγίες από την κυπριακή κυβέρνηση να αποχωρήσει «προς αποφυγήν επεισοδίου και εντάσεως», όπως σημειώνει κυβερνητική πηγή στη Λευκωσία. Το ερώτημα που θέτουν εν προκειμένω Κύπριοι διπλωμάτες είναι τι φοβήθηκε ακριβώς η κυπριακή κυβέρνηση. Η πιθανότητα να έπραττε κάτι η Τουρκία εναντίον νορβηγικού πλοίου υπολογίζεται σε μία στο τρισεκατομμύριο, παρατηρεί σαρκαστικά στέλεχος του κυπριακού ΥΠΕΞ. Αν δε όντως έπραττε κάτι, θα συνιστούσε διεθνή πολιτικο-διπλωματική πανωλεθρία για την ‘Αγκυρα και επιχείρημα ολκής για την Κύπρο. (‘Αλλο ερώτημα είναι τι στο καλό προβλέπει ακριβώς το ενιαίο αμυντικό δόγμα και για ποιόν ακριβώς λόγο ξοδεύει τόσα χρήματα για την άμυνα η Αθήνα, αν δεν εμφανίζονται καν τα σκάφη και αεροσκάφη της όταν ανακύπτει πρόβλημα, σκάφη και αεροσκάφη που απέχουν εδώ και χρόνια από ασκήσεις στην Κύπρο, επιδεικνύοντας «καλή θέληση»). Φαίνεται όμως ότι, στη Λευκωσία επικρατεί το «φοβικό σύνδρομο» που χαρακτηρίζει και την Ελλάδα, ενώ θεωρείται απαύγασμα διαπραγματευτικής στρατηγικής η μονομερής προσπάθεια διατήρησης «καλού κλίματος». Αυτή η τακτική, παρατηρούν οι ίδιοι, μπορεί να συνιστά σπουδαία μέθοδο ψυχοθεραπείας, για να ηρεμήσουν νευρικοί άνθρωποι, όχι όμως διπλωματική τακτική. Το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης δεν συνιστά συνάρτηση «καλού κλίματος» και «καλών τρόπων», υποστηρίζουν, αλλά ισχύος, αποφασιστικότητας και διπλωματικότητας. Ουδέν κακόν αμοιγές καλού. Η Λευκωσία αποφάσισε κατά τα φαινόμενα να μην ζητάει πλέον από τα πλοία που κάνουν έρευνες για λογαριασμό της να σηκώνονται να φεύγουν κάθε φορά που απειλούνται. Επιπλέον, ο Πρόεδρος Χριστόφιας διακήρυξε σε όλους τους τόνους, ότι δεν θα κάνει πίσω στο ζήτημα της εκμετάλλευσης των πετρελαίων, ενώ αποφασιστική στάση έχει υιοθετήσει στις διαπραγματεύσεις αναφορικά με το δικαίωμα της κεντρικής κυβέρνησης να ελέγχει τον εναέριο χώρο και τα θαλάσσια δικαιώματα της Κύπρου. Η Λευκωσία φέρεται αποφασισμένη, από κοινού με Αθήνα, να μην επιτρέψει άνοιγμα κεφαλαίου για ενέργεια, όσο συνεχίζονται οι εξωφρενικές απαιτήσεις της ‘Αγκυρας, που δεν διεκδικεί καν δικαιώματα για τους Τουρκοκυπρίους, αλλά θεωρεί ότι δεν υπάρχει Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως εκείνη έχει θαλάσσια δικαιώματα γύρω από το νησί! Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε στην ίδια την κυβέρνηση ότι δυτικοί διπλωμάτες διοχέτευσαν, μέσω του ελληνοκυπριακού τύπου, εκτιμήσεις ότι επρόκειτο για κυπριακή «προβοκάτσια», λες και πρέπει να αυτοκτονήσει η Κυπριακή Δημοκρατία, να μην κάνει έρευνες για πετρέλαια, να μην ασκεί κυριαρχία για να μην ενοχλείται ο (αγγλοαμερικανικής εθνικότητος) «διεθνής παράγων»! Φαίνεται ότι οι ‘Ελληνες, κάπως, πείσαμε διεθνώς ως πρότυπα μαζοχισμού... ‘Ισως αυτός είναι ο λόγος που, αντί να απολογείται η ‘Αγκυρα γιατί δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, διατηρεί στρατό κατοχής στην Κύπρο και απειλεί επισήμως την Ελλάδα με πόλεμο (casus belli), εμφανίστηκαν οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ με φιλοτουρκικές θέσεις, υπό βρετανική ηγεσία, να θέλουν να «αδειάσουν» ακόμα και αυτό τιο εξαιρετικά ήπιο κείμενο της γαλλικής προεδρίας, απαλείφοντας π.χ. τη λέξη «δίκαιη» για τη λύση του κυπριακού από το κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της προσεχούς Δευτέρας, με αποτέλεσμα να τους ρωτάει ‘Ελληνας διπλωμάτης αν υποστηρίζουν άδικη λύση. Είναι βέβαια γεγονός ότι η ‘Εκθεση της Κομισιόν, και πέρυσι και φέτος, σημειώνει τον αργό ρυθμό συμμόρφωσης με το κεκτημένο, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ακόμα πιο αυστηρό και ασαφές ως προς ακόμα και την τελική επιδίωξη (η εισήγηση για την Τουρκία που άρχισε να συζητείται μιλά για διαδικασία ανοιχτής κατάληξης Open ended). Εντούτοις, είναι προφανές ότι και οι πιο αυστηρές από τις παρατηρήσεις αυτές είναι τελείως ανεπαρκείς για μια χώρα που βρίσκεται στο εξωφρενικό σημείο να έχει αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις μην αναγνωρίζοντας και κατέχουσα τμήμα μέλους της ΕΕ και ήδη αισθανόμενη απολύτως ασφαλής να προχωρά και σε πολεμικού τύπου προκλήσεις! Η κατάσταση αυτή προέκυψε ως αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων Αθήνας και Λευκωσίας να αφήσουν για το τελικό στάδιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων την έγερση των επίμαχων θεμάτων, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις διπλωματών που επεσήμαιναν ήδη από ετών ότι αφενός υπάρχει ο κίνδυνος να μην ολοκληρωθούν ποτέ, αφετέρου θα είναι πολιτικά περίπου αδύνατο σε οποιαδήποτε ελληνική ηγεσία να θέσει τόσο σοβαρά ζητήματα όταν θα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η τουρκική ένταξη. ‘Ηδη πάντως, ο Πρωθυπουργός αποδέχθηκε εισηγήσεις συμβούλων του και σταμάτησε να επαναλαμβάνει συνεχώς τη σταθερή στήριξη της τουρκικής ενταξιακής πορείας, ενώ η Κυρία Μπακογιάννη αναφέρθηκε στον «αναχρονισμό» του `casus belli. Η Αθήνα, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, προγραμματίζει να θέσει ορισμένα από τα βασικότερα ζητήματά της το δεύτερο εξάμηνο του 2010, (υπάρχουν εισηγήσεις και για νωρίτερα) προσανατολιζόμενη σε έναν πολιτικό διάλογο με την ‘Αγκυρα για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης, αφού όμως δοθεί η ευκαιρία επιτυχούς κατάληξης των διαπραγματεύσεων στην Κύπρο, μέχρι το καλοκαίρι του 2009. Στην πραγματικότητα, οι συνομιλίες για το κυπριακό είναι ο σημαντικότερος σταθμός της Τουρκίας προς την ένταξη, μόνο που κανείς δεν ξέρει αν αυτή θα είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τους Ελληνοκυπρίους, ή ο μεγάλος μοχλός του «διεθνούς παράγοντα» για να κλείσει «όπως-όπως» το θέμα. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας υπογραμμίζει σε όλες τις συνομιλίες του την απαισιοδοξία του για την κατάληξη των συνομιλιών, αφού όμως τις συνεχίζει κάποια ελπίδα τρέφει. ‘Οπως σημειώνει εξάλλου προς τον «Κ.τ.Ε» κορυφαίος σύμβουλος του κ. Ερντογάν: «Υποστηρίζουμε απολύτως λύση στις γραμμές του σχεδίου Ανάν». Η εξεύρεση λύσης στο κυπριακό απετέλεσε, κατά αξιόπιστες πληροφορίες, κύριο αντικείμενο ημίωρης, τετ-α-τετ, προχθεσινής συνάντησης της Κυρίας Μπακογιάννη με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών . Φυσικά, ο τουρκικός μαξιμαλισμός μπορεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τις συνομιλίες. «Είναι όμως πολύ πρόωρες αυτές οι εκτιμήσεις. Μήπως το 2004 σύσσωμη η κυπριακή αντιπροσωπεία στη Νέα Υόρκη, περιλαμβανομένου του κ. Χριστόφια, δεν βασιζόταν στο ότι η Τουρκία θα έλεγε όχι;», θυμίζει διπλωμάτης που αποδίδει σε τακτική τη σκληρή στάση Ερντογάν: «Πρέπει να είναι σκληρός, γιατί δεν πληρώνει τίμημα γι’ αυτό, αντίθετα, αποσπά μεγαλύτερες παραχωρήσεις από την άλλη πλευρά. Μετά από έξη μήνες, θα εκτιμήσει αν θα πρέπει να πει ναι ή όχι στο τελικό σχέδιο. Είτε έτσι όμως, είτε αλλοιώς, θα έχει πάρει τις παραχωρήσεις». Στέλεχος του κυβερνώντος γαλλικού UMP εκτιμά, σε συνομιλία με τον «Κ.τ.Ε.» ότι η «τουρκόφιλη» λέσχη στην ΕΕ, υπό τον Μπαρόζο, επιδιώκει επιτάχυνση της ένταξης, ελπίζει ότι δεν θα αφήσει η ‘Αγκυρα την λύση του κυπριακού όμηρο της τελικής ένταξης και υπολογίζει ότι, αντίθετα με το 2004, υπάρχουν επαρκείς πολιτικο-επιχειρηματικές δυνάμεις σε Ελλάδα-Κύπρο-Τουρκία για να στηρίξουν λύση.