Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

ΚΛΕΜΜΕΝΟΝ ΠΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΝ ΣΑΙΤ

Κτυπούν μου το κουδούνι μόλις μπαίνω στο μπάνιο. Καρτερώ κόσμο οπόταν πετάσσουμαι πόξω. Παουρίζω “ΕΝΑ ΛΕΠΤΟΟΟ” τζιαι βουρώ τζιαι βάλλω φόρμες. Βουρώ να πάω να αννοίξω διότι όπως φαίνεται ο κωδωνοκρούστης δεν καταλάβει το space-time continuum τζιαι συνεχίζει να κτυπά κουδούνι. Η είσοδος εν δίπλα που την κουζίναν. Ο Μότζιος βλέποντας με να πηαίννω ποτζί φουρκαστός, νομιζόμενος ότι πάω να του δώσω ληξιόν βουρά τζιαι τζίνος. Ένεκα του ότι έχω παρκέ πάτωμα γλυάζει τζιαι βρέθετε ομπρός μου οπόταν τζιαι κλαππώνουμαι πάνω του. Η κκελλέ μου περνά 10 πόντους ξυστά που την γωνιάν την μουττερήν του άίσλαντ. Σηκώνουμαι πάνω ούλλον νεύρα. Ο Μότζιος καταλάβει το τζιαι βουρά να χωστεί στην κάμαρην του πίσω που το κρεβάτιν του. Αννοίω την πόρτα τζιαι θωρώ θκυο μιτσιούς, ακούρευτους, αχτένιστους, με τα σιέρκα μες τες πούντζιες. Προς στιγμής ενόμισα ότι οι σκουπιδκιάρηες του Δήμου Στροβόλου (που δεν τους έδωσα πουρπουάρ πέρσι γιατί πληρώνω δημοτικούς φόρους τζιαι δεν μου κάμνουν χατίρι με το να μου καθαρίζουν τα σκουπίδκια μου) ήβραν με τζιαι εστείλαν μου αλητόπαιδα να με δέρουν. Η δεύτερη εκδοχή ήταν πως οι μιτσιοί εν μέρος συμμορίας που την Ελλάδα με τουρκόγυφτους τσιγγάνους που γυρίζουν τζιαι δκιακονιούν. Εκόντεψα στο δεύτερον. Εν τα κοπελλούδκια των γειτόνων τζιαι ήρταν να πουν τα κάλαντα. -Να τα πούμεν, να τα πούμεν; Ερωτήσαν αγέλαστα, χωρίς την παραμικρήν δόσην ενθουσιασμού τζιαι χριστουγεννιάτικου πνεύματος. -Πέτε τα ρε κοπέλια. -Καληνεσπέραναρχοντεςκιαααανεικιανείναιορισμόοοοσαςχριστούτηθείαγέννηση, νάαααπωναπώωωωστ’αρχοντικόοοοοσαςχριστοςγεννάαααταισήμμερον,τηηηηηητηβηθλεεεεμτην πόοοοοοοολη…. Ετραγουδούσαν με την αναπνοή κάποιου που πνίεται στην θάλασσα τζιαι την όρεξην Σομαλού που καρτερά φαϊν που την Γιούνισεφ (με τα σιέρκα μες τες πούντζιες). -Ελάτε τζιαι παρετάτε, λαλώ τους. Πληρώνω σαν να μεν ξανατραουδίσετε. Ούτε μαστραππίν να βάλλουν τα ψιλά δεν είχαν.Ούτε “τζιαι του Χρόνου” δεν μου ευχηθήκαν. Μισοδότζιες τέλεια. Μισοδότζιες όπως τους πατρονίσιμους Αϊ Βασίληδες που μάχουνται να φκούν την φωτεινήν την σκαλούα πας τα μπαλκόνια. Που τζιαιρός που εντυνούμασταν χριστουγεννιάτικα με τα καππελούθκια μας τα κότσινα, επιάναμεν μπουζούκιν τζιαι αυλό τζιαι ετραουδούσαμεν τα κάλαντα με το χαμόγελον, που την αρχήν ως το τέλος. Που εβουρούσαμεν να προλάβουμεν τα σπίθκια πριν να παν άλλοι μιτσιοί τζιαι βαρεθεί μας ο κόσμος. Κκρίστμας σπίριτ μαϊ ας. Αντί να ακούω χριστουγενιάτικα τραούδκια ακούω την παραλλαγή του τζιάμπο τζιαι του ορφανίδη. Εν χριστούγεννα τούτα; Ευτυχώς που έχω τα χριστουγεννιάτικα του Ντιν Μάρτιν τζιαι του Φρανκ Σινάτρα, λετ ιτ σνόου που λαλεί το τραούδιν τζιαι πόψε θα κάμω πισκοττούθκια με κανέλλαν τζιαι σιρόππιν σφενδάμου. Τζι ας τολμήσουν να έρτουν να μου πούν τα κάλαντα.