Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

ΝΟΕΛ ΜΠΑΞΕΡ

ΝΟΕΛ ΜΠΑΞΕΡ
η συγγραφέας του εξαίσιου βιβλίου
"ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ" «ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΠΑΡΟΝ» Συνέντευξη στην Καλλιόπη Δράκου / .peraeusnews.com
Πήρα το Μετρό με προορισμό το σταθμό Δουκίσσης Πλακεντίας. Δεν μπορούσα να την μεταπείσω να μην έρθει να με πάρει με το αυτοκίνητο. Μια διεύθυνση θα μου έλεγε και θα πήγαινα εγώ. Όμως η Νοέλ Μπαξερ έχει αποδείξει ότι όταν της καρφωθεί κάτι στο μυαλό, δεν μπορεί να μη γίνει πράξη. Και όταν οι σκέψεις είναι πολλές μαζεμένες τότε σ’αυτή την περίπτωση γίνονται βιβλίο. Κάπως έτσι συνέβη και με το βιβλίο της ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ που έφτασε την 20η χιλιάδα! Το ραντεβού μας έγινε όπως είχε προγραμματιστεί. Με περίμενε στο σταθμό και κατευθυνθήκαμε για το σπίτι. Η πρώτη αίσθηση που είχα μπαίνοντας μέσα ήταν ότι αυτός ο χώρος έχει τα χαρακτηριστικά των ενοίκων του: ανοιχτός, φωτεινός, χαρούμενος, με θετική ενέργεια. Μέχρι να ετοιμαστεί ο ελληνικός καφές που μου πρόσφερε σε μπακιρένιο μπρίκι, την προσοχή μου τράβηξε ένας πίνακας, αρχικά για τα χρώματά του. Παρατηρώντας τον καλύτερα διαπίστωσα ότι ήταν ένα κορίτσι που για μαλλιά είχε λουλούδια, βουτηγμένο στα ροζ, ένα ονειρικός πίνακας μοντέρνας τέχνης. Στη συνέχεια όπως η Νοέλ μου αποκάλυψε, αυτός ο πίνακας ήταν έργο της κόρης της Ίριδας η οποία είχε επιχειρήσει σε ηλικία τεσσάρων ετών να κάνει την προσωπογραφία της. Από το σαλόνι μεταφερθήκαμε στην κουζίνα, στο «βασίλειο» της, εκεί που γράφει, μαγειρεύει και διηγείται ιστορίες. Δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι θα γινόταν συγγραφέας. Απ’όλες τις σπουδές της και δεν είναι λίγες, ελληνική φιλολογία, αρχαιολογία, διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις, εκείνη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία της είναι οι σπουδές κοντά στον πατέρα. Οι δυο τους συνήθιζαν να κάθονται σε δημόσιους χώρους και να περιεργάζονται τους ανθρώπους, φτιάχνοντας ξεχωριστά σενάρια για τη ζωή του καθενός. Από την άλλη πλευρά έχοντας μια μητέρα που της αρέσει να διηγείται σημαντικές ιστορίες απλών ανθρώπων και σε συνδυασμό με τα χρόνια στην Καβάλα, στις προσφυγικές συνοικίες των Μικρασιατών και των Ποντίων, την μετέτρεψαν σε μια κινούμενη ανθρώπινη εγκυκλοπαίδεια. Όπως η ίδια υποστηρίζει τα πρόσωπα της φαντασίας και της πραγματικότητας δεν αποκλίνουν πάντα τόσο πολύ. Έμαθε να ακούει τους ανθρώπους και μ’αυτό τον τρόπο έμαθε να ακούει και τους ήρωές της. Δεν διστάζει να παίξει με το θυμικό. «Ανακαλώ μνήμες επειδή έχω περάσει ωραία παιδικά χρόνια. Όλοι αυτοί που έχουν ένα καλό παρελθόν νομίζω ότι το χρησιμοποιούν τακτικά για να στηρίξουν το σκληρό παρόν. Το παρελθόν με έχει χρωματίσει και το χρώμα του παρελθόντος επάνω μου είναι είναι αυτό που εκπέμπεται προς τα έξω». Η πίστη της στις αισθήσεις είναι ευδιάκριτη. Παίζει με την ακοή, την όραση, τη αφή. Κάνει λόγο για μνήμες γεμάτες μυρωδιές, για ανθρώπους που μυρίζουν εποχές και για ζωγραφιές οσμής. Κυριαρχείται από τις αναμνήσεις των αισθήσεων. «Πιστεύω πάρα πολύ στις μυρωδιές και αυτό το διαπίστωσα όταν έφυγα από την Καβάλα και επανήλθα. Αυτό που θυμάμαι πάρα πολύ έντονα από κείνη την εποχή και μου έμεινε σαν μια εικόνα, όχι σαν μια οσμή, είναι η μυρωδιά του φρέσκου καπνού στις καπναποθήκες». Κόρη Βρετανού καπνέμπορου, δεν θα μπορούσε να μην έχει συνδέσει τη ζωή της μ’αυτή τη μυρωδιά. Γι’αυτό το λόγο όταν επισκέπτεται μαζί με την κόρη της το Μουσείο Καπνού στην Καβάλα της λέει: «Έλα να μυρίσουμε παππού». Ο λόγος της άμεσος, αληθινός, χωρίς υπεκφυγές και υπονοούμενα και τα πελώρια γαλάζια μάτια της να σε κοιτούν θέλοντας να μιλήσουν για πράγματα παλιά και αγαπημένα. Οι ήρωές της παρουσίες ζωντανές κατά τη διάρκεια της συγγραφής, δεμένοι με το παρελθόν και το γένος τους. «Όταν λέμε ότι η ιστορία κάνει κύκλους, δεν κάνει μόνο κύκλους χρονικούς αλλά και γεωγραφικούς. Το να βλέπεις τη συνέχεια και να μπορείς να επιστρέφεις σε κάποια πράγματα που σε κρατάνε στις προηγούμενες γενιές αυτό είναι η ρίζα σου». Ο τρόπος που γράφει, είναι ο τρόπος που μιλάει, που σκέφτεται, που συμπεριφέρεται. Παραδέχεται ότι είναι αυτοσαρκαστική γι’αυτό το λόγο και στο βιβλίο της δεν φοβάται να μιλήσει για συναισθήματα. «Προκαλεί τον άλλον και ανακαλεί συναισθήματα δικά του να βγάλει προς τα έξω». Πιστεύει στη μοίρα και δηλώνει αδύναμη να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου γιατί όπως λέει είναι κάτι που την ξεπερνά. Αυτό τον καιρό ετοιμάζει το δεύτερο βιβλίο της αλλά ακόμη και όταν το ολοκληρώσει δεν θα το παρουσιάσει για δημοσίευση. «Είναι σαν μια πίτα που βγαίνει από τον φούρνο: πρέπει να την αφήσεις να κρυώσει πριν την κόψεις για να επανέλθεις». Αφού τελείωσε η συνέντευξη, θέλησε να με ξεναγήσει στον κήπο της, στις βεράντες με τις λεμονιές, τις ελιές ,τις ροδιές αλλά και τα αρωματικά βότανα. Φεύγοντας με περίμενε μια έκπληξη: ένα διάφανο βαζάκι με ρίγανη δικής της παραγωγής. Και μ’αυτό τον τρόπο επισφραγίστηκε με την ανάλογη μυρωδιά και η συνάντησή μας. Στο τρένο σκεφτόμουν ότι πράγματι η όσφρηση είναι η πιο ύπουλη αίσθηση. Τώρα πια η μυρωδιά της ρίγανης συνδέθηκε με τη Νοέλ. Ελληνική φιλολογία, αρχαιολογία, διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις, συγγραφή. Υπάρχει κοινός παρανομαστής σ’αυτούς τους τομείς ενασχόλησής σας; Υπάρχει, βεβαίως και υπάρχει. Η ελληνική φιλολογία μου έδωσε τη βάση για να μπορώ να χειρίζομαι την ελληνική γλώσσα όπως εγώ θέλω, να χρησιμοποιώ τις λέξεις που θέλω, εκεί που θέλω. Με έμαθε να αγαπάω την ελληνική γλώσσα, να την προτιμώ από την αγγλική γλώσσα του πατέρα μου. Η αρχαιολογία, γιατί ήταν τμήμα της ελληνικής φιλολογίας που πήρα, μου έμαθε την ανάλυση-σύνθεση, μια επιστημονική μεθοδολογία στο πώς να αντιμετωπίζω ένα θέμα. Και ένα βιβλίο μπορεί να ξεκινά με μια εικόνα ή με μια ωραία φράση που σκέφτεσαι ή με ένα ποιητικό τρόπο, με ένα λυρικό αλλά για να βγει χρειάζεται να υπάρχει μια δομημένη κατάσταση που πιστεύω ότι αν έχει προέλθει από σπουδές που έχουν σχέση μ’αυτό, σε βοηθά πολύ. Έβαζα τον ήρωα, τον χαρακτήρα απέναντι, όπως έβαζα στην αρχαιολογία, ένα πήλινο αγγείο και προσπαθούσα να το ταυτοποιήσω: πως είναι αυτός, πως συνδέεται, ακριβώς με την ίδια λογική και την ίδια συλλογιστική που είχα και στην αρχαιολογία. Δεν αισθάνομαι ποτέ και σε τίποτα ότι κάτι που μαθαίνει κανένας είναι άχρηστο. Όλα είναι συγγεινονούντα δοχεία, όλα κάπου οδηγούν. Η διαφήμιση μου έδωσε τη δυνατότητα να αισθάνομαι ότι μπορώ να προηγούμαι της εποχής μου σε μερικά πράγματα. Γιατί η διαφήμιση δεν «πατά» στη σημερινή ανάγκη του καταναλωτή, πατά στην υπογέννηση, δημιουργεί ανάγκη του καταναλωτή. Πιάνει αυτό που είναι trend αλλά δεν είναι trend στην ουσία και κει πάνω «χτίζει». Αυτό το δεύτερο που μου έμαθε η διαφήμιση και ήταν πολύ σημαντικό, είναι η ψυχογραφική ανάλυση του καταναλωτή. Το κοινό άρχισε να το χωρίζει σε ομάδες γιατί αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η διαφήμιση, δηλαδή χωρίζει το καταναλωτικό κοινό σε ομάδες όχι μόνο ηλικιακές αλλά και σαν συνήθειες, σαν αγοραστικές συνήθειες, σαν σκέψεις-συνήθειες. Μπαίνοντας σ’αυτό το κομμάτι μέσα, το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον. Νομίζω ότι βοήθησε πολύ στο να είμαι τόσο πολύ αναλυτική στα ψυχογραφικά του βιβλίου. Και μιας που λέμε ότι το ένα φέρνει το άλλο, γιατί έτσι συμβαίνει, όταν ήμουν πιο μικρή, πριν πάω στο πανεπιστήμιο ακόμα, υπήρχε και ένα άλλο κομμάτι το οποίο σπούδασα που δεν υπάρχει μέσα στο βιογραφικό μου αλλά ήταν σπουδές κανονικότατες. Καθόμασταν με τον πατέρα μου οπουδήποτε, σε δημόσιους χώρους, δεν μιλάγαμε, μόνο κοιτάζαμε και βλέποντας τον κόσμο, τα πρόσωπα, τις εκφράσεις, τη θέση του σώματος, τις χειρονομίες, πλάθαμε ιστορίες, ένα σενάριο που ήταν ρεαλιστικό για τον κάθε άνθρωπο. Δηλαδή «αυτός είναι για παράδειγμα σε φάση που χωρίζει με τη δική του και προσπαθεί να την κερδίσει», «αυτές είναι φίλες της και λέει τον πόνο της». Μιλούσαμε για πράγματα απλά μέχρι και πράγματα πολύ προσωπικά, πολύ διεισδυτικά. Ήταν ένα παιχνίδι τότε. Το παιχνίδι αυτό όμως το περιλαμβάνω στις σπουδές γιατί τελικά ήταν ένα σχολείο και αυτό κάπου οδήγησε. Τα παιδικά χρόνια τι ρόλο παίξανε στην εξέλιξή σας; Τρομερά σημαντικό. Πέρασα υπέροχα παιδικά χρόνια, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους όχι μόνο τέλειους γονείς. Μεγάλωσα στην Καβάλα, μια πόλη που ήταν σε μεγάλη εξέλιξη, δεν ήταν στάσιμη πόλη αλλά αναπτυσσόμενη. Ήταν μια καπνεργατική πόλη και με κοινωνικές τάξεις πάρα πολύ χαρακτηριστικές. Υπήρχαν λίγοι καπνέμποροι, μια πολύ μικρή αστική τάξη και ένα τεράστιο πλήθος από καπνεργάτες. Μετά έπαψε το καπνεμπόριο να έχει τη δύναμη την οποία είχε, βρέθηκε αυτός ο κόσμος να είναι χωρίς δουλειές και σ’ένα γενικό ψάξιμο και θεωρώ ότι το να είσαι παιδί καπνέμπορου και να κάθεσαι στο ίδιο θρανίο με την κόρη του καπνεργάτη και να είσαι καλεσμένη στα παιδικά τους πάρτυ και να πηγαίνεις στις προσφυγικές γειτονιές-γιατί είχε τα προσφυγικά, συνοικίες ολόκληρες από Μικρασία και Πόντο- και να συναναστρέφεσαι στις γειτονιές αυτές να κοιμάσαι βράδια εκεί, όλο αυτό σε γεμίζει, είσαι μια κινούμενη εγκυκλοπαίδεια, ανθρώπινη εγκυκλοπαίδεια. Γιατί οι γιαγιάδες των φιλενάδων μου στην Καβάλα, μιλούσαν τούρκικα. Εγώ τις κούκλες μου- η μητέρα μου ήταν από αθηναϊκό περιβάλλον αστικό-τις χάιδευα με τα «γιαβρί» και τα «κουζούμ» τα οποία άκουγα που λέγανε οι γιαγιάδες στις φιλενάδες μου. Αυτά τα στοιχεία και με τα Οξφορδιανά αγγλικά του πατέρα μου στο ίδιο σπίτι, καταλαβαίνετε ότι ήταν ένας μύλος η υπόθεση αλλά αυτός ο μύλος δημιουργεί ζυμώσεις και ήταν πολύ χρήσιμες αυτές οι ζυμώσεις. Αν δεν είχα πάει στην Καβάλα, αν δεν είχα μεγαλώσει εκεί, δεν θα έλεγα ότι θα σταματούσε η εξέλιξή μου αλλά σίγουρα δεν θα ήταν αυτή που είναι τώρα. Είναι τεράστιο δώρο που μου συνέβη αυτό. Το προσφυγικό στοιχείο υπάρχει έντονα στο βιβλίο σας «Από Δρυ παλιά και από πέτρα». Πόσος καιρός χρειάστηκε για να το ολοκληρώσετε; Δυο χειμώνες. Τον έναν χειμώνα έγινε το πρώτο χέρι, το πρώτο γράψιμο ολόκληρο και στο δεύτερο χειμώνα μεσολάβησε αρκετό διάστημα όχι μονάχα ένα καλοκαίρι , γιατί το είχα αφήσει στην άκρη, ξεκίνησε μετά ξανά το δεύτερο χέρι με ελάχιστες θα έλεγα διορθώσεις. Αυτό μου έκανε εντύπωση, δηλαδή βγήκε μονορούφι. Και τελικά όταν ξαναμπήκα σ’αυτό, πρόσθεσα κάποια πράγματα, ελάχιστα όμως και εντυπωσιάστηκα γιατί όταν το είχα κάνει πρώτη φορά ήταν στα λυρικά κομμάτια που στην ουσία είναι ο συναισθηματικός αναβρασμός μιας συναισθηματικής κιόλας γυναίκας όχι ενός ψυχρού ανθρώπου και την είχα πιάσει με έναν τρόπο που με συγκινούσε ακόμα. Υπάρχουν στο βιβλίο σας χαρακτήρες των παιδικών σας χρόνων ή χαρακτηριστικά ανθρώπων από την Καβάλα, από τις προσφυγικές συνοικίες εκεί; Υπάρχουν. Υπάρχουν στοιχεία στους ανθρώπους και στους χαρακτήρες γιατί τους χαρακτήρες κάποιους τους «δούλεψα» και κάποιοι διαμορφώθηκαν μόνοι τους. Πήρανε στοιχεία, λίγο λοξοδρόμησαν απ’αυτό που είχα στην αρχή στο μυαλό μου, κάποιοι όχι βασικοί αλλά οι δευτερεύοντες και όπως έγραφα ήταν σαν να τους έχω «πίσω από την πλάτη μου», πως έχει ο καπετάνιος τον παπαγάλο που βλέπουμε στις ταινίες, ήταν από πίσω μου όλη αυτή η ομάδα των ανθρώπων και επειδή δεν ήταν πια σκιές, είχαν «σάρκα και οστά», μυρίζανε ιδρώτα, καταλάβαινα ότι από πίσω μου ήταν ο ένας ή ο άλλος χαρακτήρας, δηλαδή τόσο πολύ ήταν χειροπιαστοί σαν παρουσίες. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που είναι λίγο πιο ταχύ και μπαίνουν μέσα και άλλοι χαρακτήρες πιο εμβόλιμοι, γιατί στην αρχή είναι μόνο η Πηνελόπη που μιλάει, «πεταγόντουσαν», δηλαδή είχαν να πουν την ατάκα τους, με το δικό τους τρόπο και έβλεπες το ίδιο γεγονός από μερικές οπτικές γωνίες των διαφόρων χαρακτήρων. Γιατί ο κάθε άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει ένα γεγονός όπως ο διπλανός του απαραίτητα. Μπορεί να το αντιμετωπίζει έτσι αλλά ο τρόπος που το αποδίδει, το περιγράφει με το χιούμορ το καυστικό ή το συναισθηματικό ή το μελό, οτιδήποτε είναι αυτό, είναι διαφορετικός. Ήταν τρομερό αυτό το συναίσθημα. Υπάρχει και μια πραγματική ιστορία μέσα, δεν ξέρω αν θέλεις να το πω τώρα ή αργότερα. Τώρα μια που το έφερε ο λόγος. Ωραία λοιπόν. Πρόκειται για μια πραγματική ιστορία που την είχα ακούσει όταν ήμουν στην τετάρτη δημοτικού και το λέω αυτό γιατί μετακομίσαμε σ’ένα σπίτι στην Καβάλα το 1967 που ήμουν επτά χρονών. Σε εκείνη την πολυκατοικία έμενε σ’ένα δυαράκι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ανθρώπων, πολύ γέροντες ήταν και οι δυο. Θυμάμαι τον κύριο αυτόν που ήταν πάρα πολύ κοντός γιατί στα δικά μου μάτια του επτάχρονου, φαινόταν πάρα πολύ κοντός και είχε πολύ ωραία άσπρα μαλλιά, τα θυμάμαι πολύ έντονα. Πρέπει να σας πω κάνοντας μια παρένθεση ότι της μητέρας μου της αρέσει να διηγείται σπουδαίες ιστορίες απλών ανθρώπων και όταν ήμουν μικρή μου έλεγε συνέχεια τέτοιες ιστορίες. Η Καβάλα ήταν μια πόλη που επειδή είχε προσφυγικό κόσμο, είχε να διηγηθεί πάρα πολύ σπουδαίες ιστορίες. Μου έλεγε λοιπόν ότι αυτός ο άντρας ήταν Αρμένης και σώθηκε από την σφαγή των Αρμενίων επειδή πέρασε η χατζάρα πάνω από το κεφάλι του λόγω του ύψους του. Όταν είδα στο βιβλίο σ’ένα κομμάτι, ότι έπρεπε να βρω για έναν ήρωα τον Παρασκευά που τον είχα κάνει πιθηκάνθρωπο, πάρα πολύ άσχημο -γιατί ήθελα να δείξω ένα μεγάλο έρωτα ανάμεσα σ’έναν άσχημο Έλληνα όχι έναν Άδωνη που ήταν φυσικό να υπάρξει έρωτας και μια Τουρκαλίτσα χωριάτισσα, για να φανεί το μεγαλείο του έρωτα- έψαχνα να βρω ένα τρόπο αυτός ο Παρασκευάς να έχει διασωθεί. Μπορούσα να επινοήσω χιλιάδες τρόπους και το λέω τόσο πολύ εύκολα γιατί οτιδήποτε τρομερό η φαντασία κατεβάσει, είναι σίγουρα ρεαλιστικό για εκείνη την εποχή. Δηλαδή συνέβησαν εκείνη την εποχή τόσα τρομερά πράγματα και τόσα πολλά που ότι και αν σκεφτείς σίγουρα έχει τη σημασία μιας μαρτυρίας, σίγουρα κάπου συνέβη. Και σαν χιονοστιβάδα εκείνη την ώρα, γιατί από τότε μέχρι που έγραφα το βιβλίο δεν το είχαμε ξανασυζητήσει, ήταν κάτι το οποίο είχε μείνει στη μνήμη κάπου και δεν είχε ξαναδουλευτεί για να πω ότι είχε αφορμές να ξαναέρθει στην επιφάνεια άρα να έχει μια θέση ρηχή, ήταν πολύ βαθιά μέσα μου, και σαν χιονοστιβάδα έφερε στο νου μου αυτή την ιστορία. Και επιστρέφω πίσω και εκτός από ασχημάνθρωπο έτσι όπως ήταν πιθηκάνθρωπος τον παρουσιάζω και κοντό και χρησιμοποιώ την ιστορία αυτή αν και αμφέβαλλα προς στιγμή αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω κάτι στο μυθιστόρημα το οποίο ήταν αληθινό γιατί θεώρησα ότι τιμούσα τη μνήμη ενός ανθρώπου που έζησε κάτι τόσο πολύ τραγικό και με το που πέθανε χάθηκε. Και με το να υπάρξει ένα βιβλίο, άσχετα αν δεν έχει την αναφορά της μαρτυρίας αλλά το ότι υπάρχει καταγεγραμμένο κάπου, αισθάνομαι ότι αυτός είναι ένας πολύ μικρός φόρος τιμής στο συγκεκριμένο Αρμένη του οποίου ούτε το όνομά του δεν γνωρίζω, τον έχω όμως ως μια φιγούρα πολύ παλιά μέσα μου. Τότε κάπου τα πρόσωπα της φαντασίας με της πραγματικότητας δεν αποκλίνουν πάντα τόσο πολύ. Όχι, δεν αποκλίνουν τελικά γιατί ένας άνθρωπος πρώτα πλάθεται σαν το πυλό όπως ο πλάστης πλάθει ένα αγγείο και αν πεις ότι έχει κομματάκια, κομματάκια δηλαδή ο χαρακτήρας του είναι παρορμητικός αλλά από την άλλη πλευρά και συναισθηματικός και λίγο ψευτράκος δηλαδή βάζεις πράγματα μέσα, όλα αυτά τα στοιχεία , παίρνεις κάτι από τον έναν, κάτι από τον άλλον και τη στιγμή που ξεκινάς αυτό το πράγμα να το χτίζεις , το εντυπωσιακό είναι ότι αρχίζει μετά και συμπληρώνεται μόνο του και αποκτά μια ισορροπία, μια οντότητα σαν άνθρωπος, γιατί δεν υπάρχει κανένας τέλειος, ούτε κανένας που να είναι μονάχα κακός. Δεν υπάρχει ένας κακός ο οποίος δεν έχει και κάποιο λόγο πολύ δικαιολογημένο σε μερικά πράγματα να είναι κακός. Και έρχεσαι στην ανάγκη να τον κατανοήσεις, να τον καταλάβεις, να τον δικαιολογήσεις, κάτι που δεν το κάνουμε στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε. Εκεί είναι η μεγάλη διαφορά. Γιατί στους ανθρώπους φέρεσαι βιαστικά μερικές φορές και παίρνουμε το κακό σαν κακό και δεν βλέπουμε ότι αυτός ο κακός από μέσα του μπορεί να έχει ένα καλό λόγο που έγινε κακός. Στους ήρωες σας δείχνετε επιείκεια; Είμαι γενικά επιεικής με τους ανθρώπους, είμαι πολύ θετική με τους ανθρώπους, πολύ θετική με τη ζωή που είναι πάνω από ένα μισογεμάτο ποτήρι και νομίζω ότι κάθε άνθρωπος έχει κάτι πολύ σημαντικό να μου πει, φτάνει να τον ακούσω. Και επειδή θέλω να ακούω γι’αυτό «ακούω» και τους ήρωες. Δεν είμαι «μαλακή» μαζί τους, κάποιοι οι οποίοι κάνουν «χοντράδες» δεν είμαι σ’αυτό ανεκτική πολύ αλλά θεωρώ ότι το να κάνεις κάτι κακό είναι και αυτό ανθρώπινο, δεν έχεις λόγο να το προσωποποιήσεις. Το πώς θα το παρουσιάσεις και το πώς βάζεις τους άλλους να στέκονται στο κακό που κάνει ο άλλος είναι η διαφορά μεγάλη. Και το διαφορετικό που έχει αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν χρησιμοποιεί παραδοσιακούς ρόλους κακού. Τον Φίλιππο τον αδερφό της Πηνελόπης τον σώζει μια Τουρκάλα, χωρίς να ξέρουμε , δεν δίνει ένα μελό πλαίσιο, έναν καμβά, δεν ξέρουμε καν το όνομά της. Είναι μια παρουσία αυτό που λέω εγώ η Αιώνια Μητέρα. Οι γυναίκες μπορεί να έχουν τη μορφή μιας Αιώνιας Μητέρας σαν συμπεριφορά, σαν στάση όπως και πολλοί άνδρες είναι γεννημένοι σαν πατρικές φιγούρες που μπορεί να είναι πατρική φιγούρα όχι απέναντι σε παιδί, μπορεί να είναι και σε μεγαλύτερους σε ηλικία, δηλαδή μπορεί να «υιοθετήσουν» έναν γέροντα. Λειτουργεί ως σύμβολο. Αυτό ακριβώς. Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους. Στο μυθιστόρημά σας παίζετε με το θυμικό. Ανακαλείτε μνήμες; Ανακαλώ μνήμες επειδή έχω περάσει πολύ ωραία παιδικά χρόνια, μ’αρέσει να ανακαλώ μνήμες. Όλοι αυτοί που έχουν ένα καλό παρελθόν νομίζω ότι το χρησιμοποιούν τακτικά για να στηρίζουν το σκληρό παρόν. Στο βιβλίο όμως ήταν ζητούμενο αυτό γιατί όταν μια γυναίκα έρχεται στη σημερινή εποχή το 1990 ας πούμε που υποτίθεται πως κάθεται η Πηνελόπη και διηγείται τη ζωή της επιστρέφει πίσω. Αναγκαστικά το θυμικό είναι ο απαιτούμενος τρόπος για να ανακαλέσεις τα γεγονότα και τη ζωή της γυναίκας αυτής. Εμένα μου αρέσει να ανακαλώ μνήμες αλλά δεν είμαι απ’αυτούς που όλο μιλάνε τόσο πολύ για το παρελθόν. Θα έλεγα ότι το παρελθόν με έχει χρωματίσει και το χρώμα του παρελθόντος επάνω μου είναι αυτό που εκπέμπεται προς τα έξω. Δεν είναι ότι λέω περιστατικά του τύπου «θυμάσαι τότε που…». Αυτό δεν το έχω. Το επεξεργασμένο παρελθόν, η επεξεργασμένη μνήμη είναι αυτή που χρησιμοποιείτε. Ναι, ναι. Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στις αισθήσεις: την όσφρηση, την όραση, την ακοή. Κάνετε λόγο για μνήμη γεμάτη μυρωδιές, για ανθρώπους που μυρίζουν εποχές ακόμη και για ζωγραφιές οσμής. Πιστεύετε ότι στον άνθρωπο κυριαρχούν οι αναμνήσεις των αισθήσεων; Ναι πάρα πολύ. Και ειδικά η όσφρηση. Είναι η πιο ύπουλη αίσθηση απ’όλες. Καταγράφεται από τη στιγμή που γεννιόμαστε, τα παιδικά μας χρόνια και μετά, συνέχεια καταγράφεται. Δεν την αισθάνεσαι όταν καταγράφεται. Δεν είναι σαν την αφή που είσαι εκεί, σε χαϊδεύει, σε πονάει και το ξέρεις. Αυτή είναι μια αίσθηση η οποία όταν καταγράφεται δεν τη συνειδητοποιείς εκείνη την ώρα αλλά είναι πάρα πολύ ισχυρή. Γι’αυτό και τα μωρά μυρίζουν, η πρώτη αίσθηση που καταγράφουν είναι η μυρωδιά, η μυρωδιά της μάνας, του γάλατος. Πιστεύω πάρα πολύ στις μυρωδιές και αυτό το διαπίστωσα όταν έφυγα από την Καβάλα και επανήλθα. Αυτό που θυμάμαι πάρα πολύ έντονα από κείνη την εποχή και μου έμεινε σαν μια εικόνα όχι σαν μια όσφρηση, μια οσμή , είναι η μυρωδιά του φρέσκου καπνού στις καπναποθήκες. Όποιος έχει περάσει από καπναποθήκη μικρός και έχει περάσει ένα διάστημα να παίζει, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να μην την έχει καταγεγραμμένη σαν μια πολύ δεσπόζουσα μυρωδιά μέσα του. Για μένα αυτή η μυρωδιά ήταν η μυρωδιά μιας εποχής. Και όταν πάω Καβάλα πηγαίνω στις παλιές καπναποθήκες και στο μουσείο καπνού και πήγα και την κόρη μου που είναι μικρή και δεν έχει αυτή τη μυρωδιά καταγεγραμμένη και της λέω: «Έλα να μυρίσουμε παππού». Για μένα ο πατέρας μου είναι συνδεδεμένος μ’αυτή τη μυρωδιά. Ρίζες, Παρελθόν, Γένος. Λέξεις που επαναλαμβάνετε στο βιβλίο σας. Ποια μηνύματα θέλετε να βγουν προς τα έξω και τα οποία χρησιμοποιούν είτε ως ατάκες ήρωες είτε και ως μέρη ομηρικών στίχων; Όταν διάβαζα την Οδύσσεια του Ομήρου, με εντυπωσίασαν πάρα πολύ δυο πράγματα: Το πρώτο η καθημερινότητα της Πηνελόπης, πόσο σύγχρονη έβγαινε η Πηνελόπη. Θα μπορούσε να ήταν μια γυναίκα μέσα σ’ένα διαμέρισμα τόσο πολύ σύγχρονο γιατί σε αντίθεση με τις άλλες αρχαίες ηρωίδες, όπως η Αντιγόνη που τις παρακολουθούμε σε μια φάση της ζωής τους συγκεκριμένη, αυτή την ακολουθούμε σε μια ένταση χρόνου και σε μια συμπεριφορά που είναι τόσο πολύ οικεία σε μας. Δηλαδή όταν περιμένει μια γυναίκα τον άντρα της να γυρίσει από ένα νησί, θα μπορούσε να είναι μια γυναίκα ναυτικού που περιμένει τον άντρα της να ξεμπαρκάρει. Όταν ανησυχεί για τον Τηλέμαχο που έχει πάει να βρει μνήματα, ειδήσεις για τον πατέρα του, θα μπορούσε να είναι η μητέρα της οποίας ο γιος έχει πάει με τη μηχανή ταξίδι και κάπου ανησυχεί. Δηλαδή είναι τόσο πολύ ανθρώπινα αυτά, τόσο πολύ έχουν μέσα στο χρόνο διάρκεια. Όταν λοιπόν ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη που παρουσιάζεται στην Οδύσσεια, μου ήρθε μια σκέψη στο μυαλό η οποία με φόβισε όταν ήρθε: τι θα γινόταν αυτός ο άνθρωπος μετά απ’ όλα αυτά που πέρασε, επέστρεφε και δεν είχε πια πατρίδα να τον περιμένει, όπως συνέβη σε πάρα πολλούς ανθρώπους στην εποχή μας και όπως συνεχίζει να συμβαίνει σε όλες τις χώρες του πλανήτη. Όταν λέμε ότι η ιστορία κάνει κύκλους δεν κάνει μόνο κύκλους χρονικούς, κάνει και γεωγραφικούς κύκλους. Αυτό που συμβαίνει σε εμάς σήμερα, θα συμβεί αύριο σε κάποιους άλλους. Δυστυχώς φτάνουμε στην ανθρώπινη φύση, ιστορία. Δυστυχώς συνέβησαν, θα συμβούν και θα συμβαίνουν. Τρόμαξα μ’αυτό, τρόμαξα γιατί μπήκα στα παπούτσια εκείνη την ώρα του Οδυσσέα. Χάρηκα που βρήκε μια πατρίδα πίσω και τον περίμενε. Ξέρω ανθρώπους που έχουν χάσει πατρίδες, μέσα από την Καβάλα, από τις φίλες, τα σόγια, τις ιστορίες τις οποίες άκουγα, μπορούσα να αντιληφθώ το μέγεθος της τραγικότητας αν δεν έβρισκε μια πατρίδα. Αυτός πήγαινε να συναντήσει μια Πηνελόπη, έναν Τηλέμαχο. Τι θα γινόταν αν έβρισκε ερείπια και τίποτα. Στο βιβλίο που επιστρέφει η κόρη της Πηνελόπης κάποια στιγμή στη Σμύρνη, μετά από τριάντα τόσα χρόνια, μετά την καταστροφή, κοπέλα πια, μεγάλη γυναίκα, με το αεροπλάνο, αισθάνεται και αυτό γράφω μέσα σαν να είναι με έναν χάρτη, γιατί αυτή δεν κουβαλούσε χάρτη βέβαια, κουβαλούσε όλα αυτά τα μηνύματα που είχε πάρει, όλες αυτές τις συνήθειες, πληροφορίες, μυρωδιές, τα συναισθήματα, τα τραπεζώματα, τα γλέντια, όλα αυτά είχαν διαμορφώσει γι’αυτήν έναν χάρτη στο μυαλό της, πήρε αυτό τον χάρτη που είναι συμβολικός χάρτης, δεν είναι πραγματικός και ήταν σαν να είχε πάει σε μια πόλη με λάθος χάρτη. Δεν είχε βρει τίποτα να ταυτίσει με τον χάρτη. Τίποτα δεν την οδηγούσε, καμία μυρωδιά, καμία εικόνα, κανένα γλέντι, καμία παρουσία ανθρώπινη δεν την οδηγούσε σ’αυτό το οποίο είχε στο μυαλό της. Και όταν το έγραφα αυτό, σκεπτόμουν τον Οδυσσέα πολύ. Το ένα φέρνει το άλλο. Το βιβλίο είναι γραμμένο σε δυο χρονικά επίπεδα. Το να αισθάνεσαι συντροφικά με μια μυθική φιγούρα όπως ο Οδυσσέας, αυτά τα πράγματα είναι λίγο εξωπραγματικά και ίσως ακούγονται αστεία στη σημερινή εποχή αλλά δεν είναι έτσι γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Μπορεί να μην υπήρξε καν Οδυσσέας, δεν λέω ότι υπήρξε Οδυσσέας αλλά η αγάπη που έχει για την πατρίδα του, η ανάγκη να δει το σύντροφό του, δεν έχει αλλάξει μέσα στο χρόνο. Άρα για μένα είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο τη στιγμή που έχει υπαρκτά συναισθήματα και έτσι τον αντιμετωπίζω. Δεν θέλω να ακουστεί αστείο. Δεν είναι ότι είμαι αρχαιολάτρης, ούτε μυθομανής σε επίπεδο αισθημάτων μιλάω , όπου τα συναισθήματα αυτά είναι σύγχρονα για μένα και οι άνθρωποι αυτοί είναι υπαρκτοί. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να μιλούν για πράγματα που θα έπρεπε να ειπωθούν, το αναβάλουν; Αναβάλουν πράγματα που αισθάνονται πως θα τους πονέσουν. Αυτή είναι η άμυνα. Υπάρχουν άνθρωποι και έχω γνωρίσει τέτοιους που αν αρχίσει να ανοίγει ένα «πορτάκι» μέσα τους, μετά είναι σαν να έχει σπάσει ένα φράγμα και δεν ξέρεις μετά τι θα βγει και τι θα καταστρέψει. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Όμως νομίζω ότι ακόμη και σ’αυτούς , αν πετύχουν μπροστά τους ένα συνομιλητή που θα δεχθεί να τους ακούσει και ενδεχομένως χτυπήσει το «πορτάκι» να ανοίξει αυτά όλα τα μυστικά, όχι μυστικά σαν γεγονότα, μυστικά σαν συναισθήματα ή σαν σκέψεις που κρύβουν μέσα τους, εκείνοι θα τα βγάλουν. Οι άνθρωποι πιστεύω ότι δεν τα βγάζουν όχι για να μην πονέσουν αλλά γιατί φοβούνται ότι αν τα βγάλουν χάνουν το μέγεθός αυτού του πράγματος, δηλαδή κάπως μικραίνει από τη στιγμή που βγαίνει αυτό το οποίο έχουν και αυτό μάλλον το φοβούνται ή ότι ο άλλος δεν θα το αντιμετωπίσει με το ίδιο μέγεθος το οποίο το έχουν αυτοί μέσα τους. Αν ο συνομιλητής τους δώσει να καταλάβουν ότι είναι εκεί για να ακούσει και ότι αυτός επίσης αισθάνεται πράγματα που έχουν ανάλογο μέγεθος, μπορεί να μην είναι τα ίδια πράγματα, να είναι άλλα, έχει μια μεζούρα ανάλογη, ένα υποδεκάμετρο ανάλογο μέσα του, νομίζω ότι μπορεί να γίνει καλή κουβέντα, εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Είναι και θέμα χρόνου δηλαδή το πότε πρέπει να λέγονται τα πράγματα; Είναι θέμα χρόνου πάρα πολύ. Δεν γίνονται τα πράγματα βιαστικά. Μπορεί να καταστρέψεις μια ανθρώπινη στιγμή η οποία είναι εκείνη την ώρα σε έξαρση-γιατί οι οργασμοί δεν είναι μόνο σωματικοί, μπορεί να είναι ψυχικοί, πνευματικοί, - μπορεί λοιπόν να κόψεις κάποιον από μια επιπολαιότητα όπως «να κλείσω το μάτι για το φαγητό», «το κινητό χτυπάει», να κάνεις τέτοιες αγαρμποσύνες και τελικά ο άλλος να ξανακλείσει το «πορτάκι». Και εκείνη την ώρα αν το ξανακλείσει δεν θα το ξανανοίξει εύκολα, όχι μαζί σου, γενικά γιατί έχεις δείξει ότι το υποδεκάμετρό σου είναι σχετικό. Μπορεί να ισχύει για τον εαυτό σου, να μην ισχύει για τους άλλους. Παρατηρείτε στον εαυτό σας να λειτουργεί άλλοτε σαν μεγάλο παιδί και άλλοτε σαν μεγάλη γυναίκα; Υπάρχει μια φράση μέσα στο βιβλίο γι’αυτό. Εγώ νομίζω ότι πάντα λειτουργώ σαν μεγάλη γυναίκα. Απλούστατα είμαι μια μεγάλη γυναίκα με κάποιες ιδιορρυθμίες. Ο τρόπος που γράφω είναι ο τρόπος που μιλάω, ο τρόπος που συμπεριφέρομαι και ο τρόπος που σκέφτομαι. Για οποιονδήποτε με ξέρει, τίποτα δεν τον έχει εντυπωσιάσει στο βιβλίο σαν κάτι που δεν ανέμενε. Το να υπάρχει μέσα στο λόγο εμβόλιμο το «φευγάτο» ή μια ανατροπή στη σκέψη, ένα χιούμορ, κάτι καυστικό ή μια κουβέντα-γιατί εγώ είμαι πολύ αυτοσαρκαστική –και μετά να υπάρχει μια έξαρση συναισθηματισμού σε κάποια λυρικά κομμάτια, τίποτα πιο συνηθισμένο δεν λέω για να περιγράψω τον εαυτό μου, γι’αυτούς που με ξέρουν. Πιστεύω ότι δεν είμαι παιδί όταν γράφω. Είμαι γυναίκα στην ηλικία την οποία είμαι, μόνο που έχω κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία είναι στην ιδιοσυγκρασία μου και δεν αλλάζουν είτε γιατί δεν τέθηκε ποτέ λόγος για να αλλάξουν. Όπως μιλάω έτσι γράφω. Κάνω αυτή την ερώτηση γιατί μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που θεωρώ ότι ένα παιδί θα ήθελε να περιγράψει μια αγκαλιά, να είναι μια αγκαλιά γεμάτη μυρωδιές, να έχει συνδέσει το πρώτο χαμόγελο με έναν κουραμπιέ, με κάτι θετικό. Θεωρώ ότι πιο εύκολα το λέει ένα παιδί αυτό απ’ότι ένας ενήλικος. Αυτό έχει να κάνει και με μνήμες. Μπορεί να είσαι μεγάλος και να έχεις παιδικές μνήμες ανάλογες. Δεν υπάρχουν γεγονότα σαν τον κουραμπιέ αλλά για παράδειγμα όταν ερχόταν να με πάρει ο πατέρας μου από το σχολείο, είχε ένα αυτοκίνητο σαν ένα τζιπάκι, τότε στην παλιά Καβάλα, μια πόλη που είχε περίεργους δρόμους και έπαιρνε το ψωμί ερχόμενος στο σπίτι. Και μύριζε ψωμί τ’αυτοκίνητο, ζεστό ψωμί και αυτή η μυρωδιά είναι πάρα πολύ όμορφη. Είναι αυτό που λέω για την ύπουλη αίσθηση της όσφρησης, πως καταγράφονται οι οσμές. Μετά άλλαξε αυτοκίνητο. Εκείνη τη μυρωδιά του ψωμιού μέσα στ’αυτοκίνητο του πατέρα μου, ήμουν μικρή στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τη θυμάμαι πάρα πολύ. Μια «ψωμιένια» αγκαλιά στην ουσία, είναι ένα βήμα που συνδυάζει δυο, τρία πράγματα: τη μυρωδιά του αυτοκινήτου του πατέρα με κάτι άλλο , έρχονται όλα αυτά και δένουν και βγαίνει μια παιδική ανάμνηση με μια λογοτεχνική, μυθιστορηματική εικόνα. Γιατί συνήθως οι μεγάλοι το αποφεύγουμε αυτά, δεν δίνουμε τόση βαρύτητα στη μυρωδιά. Άρα σημαίνει ότι κάπου ένα μεγάλο παιδί που έχει γνώση αυτών που κάνει , κάπου χρησιμοποιείται και βγαίνει στην επιφάνεια μέσα στο βιβλίο. Ίσως να είμαι και λίγο παιδί γιατί βλέπω ότι με τα παιδιά παίζω πάρα πολύ καλά που σημαίνει ότι μπορώ και μεταπηδώ στην ηλικία τους. Ίσως, ίσως. Η ύπαρξη της Ίριδας, της κόρης σας, έχει επηρεάσει τη συγγραφή σας, έχει αλλάξει τον τρόπο σκέψης σας; Όχι σ’αυτό το βιβλίο, στο επόμενο φαίνεται, αυτό που γράφεται τώρα. Σ’αυτό το βιβλίο δεν υπάρχει ακόμη η Ίριδα, έτσι όπως είναι σαν προσωπικότητα και όταν το έγραφα αυτό δεν ήμουν καν μητέρα. Βγαίνει πολύ μητρικό αλλά στο δεύτερο χέρι ήμουν μητέρα. Δεν αισθάνομαι ότι έχει την παρουσία του παιδιού πάρα πολύ. Στο βιβλίο λες ότι η κόρη θα ξαναβρεί το μπαούλο και αυτή θα ξανακάνει ένα ταξίδι και θα περάσει απ’αυτά τα μέρη και θα μυρίσει το λουλούδι και αυτή θα βρει το μη-με-λησμόνει, θα πάει στις παραλίες, θα περπατήσει στην άμμο, όλα αυτά τα οποία έκανε η μητέρα της, η γιαγιά της, η προγιαγιά της και ξέρεις ότι μπορεί να μην είναι η ίδια παραλία αλλά το χνάρι όμως θα είναι ίδιο γιατί ξέρεις ότι η άμμος δεν αλλάζει. Το χνάρι που θ’αφήσει θα είναι το ίδιο, η κόρη της παιδί πάλι τρέχει να κυνηγήσει τη μάμα του, να βάλει το πόδι της στο ίδιο μεγάλο χνάρι και έτσι η ζωή προχωράει και αυτό τελικά είναι αν θες και αυτό που λέμε η ρίζα: το να βλέπεις τη συνέχεια και να μπορείς να επιστρέφεις σε κάποια πράγματα που σε κρατάνε στις προηγούμενες γενιές. Σκέφτεστε φωναχτά; Δεν σκέφτομαι φωναχτά. Μερικά κομμάτια τα γράφω, τα διαβάζω φωναχτά όταν τα γράφω, τα κάνω φωναχτά, τα λυρικά ιδιαίτερα, όχι τα πεζά γιατί για μένα αυτά τα λυρικά δεν ακολουθούν και τους νόμους της σύνταξης απόλυτα, είναι πεζά ποιήματα και τα λέω λυρικά γιατί θεωρώ πως είναι ένα ποίημα εκείνη την ώρα. Αυτή βγάζει την ψυχή της. Έχει μια συναισθηματική έξαρση εκείνη την ώρα, δηλαδή σαν ένας συναισθηματικός εμετός βγαίνει αυτό το πράγμα από μέσα της γιατί έχει μια συνέχεια. Γι’αυτό έχει πολλά κόμματα πολλά και δεν χρησιμοποιεί κοφτές φράσεις. Έχει ένταση. Έχει τρομερή ένταση και επειδή αυτό βγαίνει πολύ γρήγορα δεν έχει το χρόνο να μπει σε μια σύνταξη , υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο, γίνεται λίγο πιο ανάκατος ο λόγος, επίτηδες. Σ’αυτά λοιπόν πρόσεχα πολύ πως συνδέονται ηχητικά οι λέξεις μεταξύ τους. Έπρεπε να βγάζει μια μουσικότητα, αυτό ήθελα. Και χρησιμοποιούσα λέξεις σαν συνώνυμα που και να βγάζουν την ένταση αλλά με ενδιέφερε και το πως είναι τοποθετημένο μέσα στην πρόταση το επίθετο, ο προσδιορισμός, οτιδήποτε έβγαινε πάντα με βάση τη μουσικότητα, το πώς συνδεόταν με το προηγούμενο ή το επόμενο. Δεν με ενδιέφερε δηλαδή να υπάρχει οπωσδήποτε το επίθετο πριν από το ουσιαστικό, αυστηρώς φιλολογικά, αφού υπήρχε το ουσιαστικό κάποια στιγμή έβγαινε το συναίσθημα που προσδιόριζε το ουσιαστικό και δεν ήταν ανάγκη να βγει ακριβώς πριν, μπορούσε να βγει και δυο λέξεις μετά. Τότε τα φώναζα, έγραφα και κείνη την ώρα μίλαγα. Στα υπόλοιπα όχι, μόνο γέλαγα. Σε διαλόγους που ήταν αστείοι γέλαγα και σε διαλόγους που ήταν μια περιγραφή, ένα αφηγηματικό κομμάτι και είχε κάτι λυπητερό έκλαιγα. Το ζείτε δηλαδή. Πάρα πολύ αφού σας λέω οι ήρωες είναι από πίσω. Το ζούσα πάρα πολύ. Σ’αυτή την περίπτωση τα πρόσωπα της φαντασίας λειτουργούν πιο δυνατά απ’ότι τα πρόσωπα της πραγματικότητας; Σε εκείνη τη φάση που το έγραφα εκατό τοις εκατό. Οι καλύτεροί μου φίλοι, η παρέα μου, οι άνθρωποι που συναναστρεφόμουνα ήταν αυτοί. Η απώλεια τους όταν τελείωσα το βιβλίο, δηλαδή έφυγα και εγώ απ’αυτό ήταν πολύ οδυνηρή πρέπει να σας πω. Εγώ περίμενα ότι τελειώνοντας το βιβλίο θα έπρεπε να αισθάνομαι… Λύτρωση; Μια χαρά, ναι κάτι καλό. Ένα έργο που πήρε μήνες να ολοκληρωθεί θα έπρεπε να είχα αυτό το συναίσθημα, κάτι θετικό τέλος πάντων. Έπαθα μια θλίψη, ήμουν λυπημένη. Μπορώ να σας πω ότι είχα ένα μικρό πενθάκι, λίγο πένθος και έψαχνα να βρω η ίδια γιατί δεν το είχα ξαναζήσει αυτό. Πριν έγραφα διηγήματα αλλά στα διηγήματα δεν δένεσαι έτσι με τους ήρωες, είναι κάτι συμπυκνωμένο το διήγημα γιατί είναι και μικρό αλλά δεν σε αφήνει επειδή τον ήρωα δεν τον βλέπεις τόσο πολύ στη ζωή σου, σαν ένα κομμάτι το βλέπεις. Ούτε τον βλέπεις πως αλλάζει, ούτε τον αλλάζεις, δεν είχα το δέσιμο που είχα μ’αυτό. Όταν λοιπόν τελείωσε και είχα αυτό το πενθάκι, έψαξα να βρω μέσα μου τι είναι αυτό το οποίο μπορεί να το προκάλεσε. Όταν το κατάλαβα στη στιγμή διαλύθηκε, μετά ήμουν μια χαρά. Και τι ήταν αυτό; Όταν άρχισε το βιβλίο να πηγαίνει σε εκδοτικούς οίκους, σε αναγνώστες, σε ανθρώπους, οι ήρωες αυτοί φύγανε από μένα, άρχισαν μετά να μπαίνουν στο νου και στην καρδιά άλλων ανθρώπων. Γιατί όταν εγώ λέω ότι ένας είναι κοντός, χοντρός με μουστάκι αλλιώς τον φαντάζεστε εσείς αλλιώς τον φαντάζομαι εγώ. Το «πόδι» που βάζει ο συγγραφέας σ’ένα βιβλίο είναι ένα. Το άλλο το «πόδι» το βάζει ο αναγνώστης. Όταν άρχισε να ταξιδεύει το βιβλίο, αισθάνθηκα ότι είχα πάει στο λιμάνι όλη αυτή την παρέα των χαρακτήρων, είχαν ανέβει στο καράβι να φύγουν για Αμερική, κάπου μακριά που δεν θα τους ξαναέβλεπα δηλαδή και εγώ ήμουν στη στεριά, στην προκυμαία, τους κουνούσα το λευκό μαντηλάκι, φιλάκια, αγκαλίτσες, ήμασταν πάρα πολύ καλά, υπήρχε πολύ ευσυγκίνητη ατμόσφαιρα γιατί ήξερα ότι δεν θα τους ξαναδώ. Είχαν φύγει από μένα και τώρα πηγαίνανε κάπου αλλού. Το συνειδητοποίησα και τελείωσε. Έχω μάλιστα δυσκολία να επανέρχομαι στο βιβλίο και να μιλάω γι’αυτό γιατί είναι σαν να μιλάω για ανθρώπους οι οποίοι φύγανε και ανακαλούμε τώρα τη μνήμη. Δεν είναι πια μέσα μου, δεν είναι πια εδώ. Έχω φύγει και εγώ, έχουν φύγει και αυτοί , κάπως έχουμε φύγει ο ένας από τον άλλον. Απλώς είναι η ευκαιρία μέσω του βιβλίου να μιλάνε οι άλλοι γι’αυτούς. Μαθαίνεις νέα τους με λίγα λόγια. (γέλια) Βεβαίως μαθαίνω τρομερά νέα τους. Αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση που μου κάνετε. Γιατί το «πόδι» που βάζει ο αναγνώστης μέσα και βάζει και τις δικές του εμπειρίες, τις δικές του μνήμες, σκέψεις, όταν μου μιλάνε για το βιβλίο, για τους ήρωες, την πλοκή εντυπωσιάζομαι τρομερά. Δεν έχω ακούσει τίποτα μέχρι τώρα το οποίο να με αφήσει αδιάφορη. Είναι εκπληκτικό αυτό που δέχομαι σαν επιστροφή και επειδή είναι ένα βιβλίο το οποίο δεν φοβάται να μιλήσει για συναισθήματα, προκαλεί τον άλλον και ανακαλεί συναισθήματα δικά του, να τα βγάλει προς τα έξω. Βαθιά συναισθηματικό θα έλεγα. Πιστεύετε στη μοίρα; Το έχω σκεφθεί πολλές φορές αυτό, αν πιστεύω στη μοίρα, σαν το κισμέτ που λένε. Δεν είμαι μοιρολάτρης, να καθήσω με σταυρωμένα χέρια και να περιμένω ότι όλα θα μου τα φέρει η μοίρα. Δεν μπορώ να πω αυτό. Πιστεύω όμως ότι τα πράγματα έρχονται όπως είναι να έρθουν και όταν πρέπει να έρθουν. Έχω δει ότι ελάχιστα μπορώ να μετακινήσω εγώ σαν άνθρωπος πράγματα, στο ρυθμό το δικό μου. Πράγματα που ήθελα , ποτέ δεν γίνανε και πράγματα τα οποία ήθελα να γίνουν και όταν πολεμούσα δεν γινόντουσαν και ήρθανε μετά. Άρα καταλαβαίνω ότι υπάρχει ένας ρυθμός μοίρας που επηρεάζει τη ζωή μου πολύ και επομένως η απάντηση που θα δώσω είναι: ναι, τελικά πιστεύω στη μοίρα. Πιστεύω πολύ στη μοίρα, μεταξύ μας. Τι είναι ευτυχία; Πώς εσείς προσλαμβάνεται αυτό που είναι ευτυχία; Η ευτυχία είναι ένα γαλήνιο συναίσθημα. Η ευτυχία δεν είναι μόνο μια στιγμή, είναι μια κατάσταση. Υπάρχουν ευτυχισμένες στιγμές αλλά η ευτυχία σαν ευτυχία είναι μια κατάσταση που έχει ένα χρονικό ορίζοντα. Είναι σαν να κάθεσαι σ’ ένα νησί και να βλέπεις απέναντί σου μια γαληνεμένη θάλασσα με ένα πολύ ωραίο ουρανό και πολλά νησάκια, όλα ήρεμα, όλα όμορφα. Δεν υπάρχει για μένα ευτυχία αν η προσωπική ζωή δεν είναι σε καλή , γαληνεμένη κατάσταση. Όταν κοιμάμαι το βράδυ στο κρεβάτι και αισθάνομαι ότι ο άντρας μου είναι καλά, το παιδί μου είναι καλά, υγεία έχουμε, το σπίτι μας δόξα τον Θεό το έχουμε, πολέμους δεν έχουμε, δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω. Και όταν συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω…Ειλικρινά πείτε ότι μου δίνετε ένα κότερο. Δεν το χρειάζομαι και αισθάνομαι ότι αυτό για μένα είναι ευτυχία. Όταν ξαπλώνω το βράδυ και αισθάνομαι καλά, ότι κάνω το σωστό, ότι έχω πετύχει να έχω ωραίους ανθρώπους, αγαπημένους ανθρώπους γύρω μου και πέφτω σε ύπνο μ’αυτό το γλυκό τρόπο, μ’αυτό το γλυκό συναίσθημα, ξυπνάω όμορφα. Γι’αυτό σας λέω ότι ποτέ δεν βλέπω «μισογεμάτο το ποτήρι» –γιατί κοιμάμαι όμορφα, ζω μια όμορφη ζωή με τα προβλήματα που ο καθένας έχει της καθημερινότητας. Και όλο αυτό το πράγμα για μένα είναι ευτυχία. Το μόνο που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω είναι ο θάνατος. Τον θάνατο τον θεωρώ πως είναι κάτι παραπάνω από μένα να το χειριστώ, δεν μπορώ να το χειριστώ αυτό το κομμάτι καθόλου. Δεν έχετε συμφιλιωθεί μ’αυτή την ιδέα; Δεν έχω συμφιλιωθεί μ’ αυτή την ιδέα, δεν μπορώ να συμφιλιωθώ τόσο πολύ μ’αυτή την ιδέα. Το δέχομαι γιατί είναι μέρος της ζωής. Και οι ήρωες στο βιβλίο κάνουν έναν κύκλο ζωής και αυτό είναι φυσικό. Είμαι πολύ λογική, το έχω εκλογικέψει. Το συναίσθημα όμως του πόνου της απώλειας, της απώλειας του ανθρώπου που φεύγει, το αγαπημένο πρόσωπο που δεν θα ξαναδείς, το θεωρώ αβάσταχτο, αβάσταχτο. Μετά την πρώτη συγγραφική απόπειρα μου είπατε και πριν, ότι ετοιμάζετε κάτι άλλο. Να κλείσουμε με τα μελλούμενα. Τα μελλούμενα είναι σε στάδιο κύησης ακόμα γιατί ένα βιβλίο για να «γεννηθεί» θέλει το χρόνο του, οπότε βρισκόμαστε στο στάδιο της κύησης. Σύλληψη έχει υπάρξει πάντως. (γέλια) Και σύλληψη έχει υπάρξει και η εγκυμοσύνη βαίνει πολύ καλώς και έτσι ετοιμαζόμαστε για τον τοκετό οσονούπω. (γέλια) Όλα αυτά υπάρχουν. Είναι μια δρομολογημένη ιστορία η οποία είναι ήδη στο στάδιο της συγγραφής. Έχει συγγραφεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της, υπάρχει όλη η ιστορία, οι χαρακτήρες, ακολουθώ την ίδια μεθοδολογία γιατί είδα ότι πήγε πολύ καλά και δεν έχω λόγο να την αλλάξω που σημαίνει ότι χρειάζομαι τον χρόνο μου. Έχω αναπτύξει κάποιες μεθόδους που θεωρώ ότι μου πηγαίνουν πολύ. Για παράδειγμα όταν τελειώνω κάτι δεν το παρουσιάζω αμέσως για δημοσίευση. Είναι για μένα σαν μια πίτα που βγαίνει από τον φούρνο: πρέπει να την αφήσεις να κρυώσει πριν την κόψεις για να επανέλθεις. Δίνω τον χρόνο, όταν θέλω κάτι να βγει. Όπως τώρα που με ρωτάνε κατά καιρούς: «Τι θα αλλάζατε;» Τίποτα δεν έχω να αλλάξω. Το έχω διαβάσει τόσες πολλές φορές, το έχω αφήσει τόσο πολύ να κρυώσει, το έχω ξαναπιάσει, το έχω δουλέψει που δεν έχω κάποιο λόγο κάτι ν’αλλάξω. Έτσι ήθελα να είναι και το επόμενο. Θέλω δηλαδή ο αναγνώστης, αυτό που θα πάρει στα χέρια του, να είναι με τη «βούλα» έγκρισης δικής μου, ότι ο ποιοτικός έλεγχος έχει γίνει και ότι έχει βγάλει όλα αυτά που ήθελα να βγουν. Γιατί και αυτοί οι χαρακτήρες όπως και οι προηγούμενοι, στέκονται από πίσω μου και πετάνε τις δικές τους ατάκες και όχι μόνο αυτό, δίνουν μερικές φορές κάποια βάθη σε ρηχά συναισθήματα που τα λέω ρηχά γιατί εγώ θεωρώ εκείνη την ώρα πως είναι βαθιά όταν τα γράφω και μετά έρχεται ο χαρακτήρας από πίσω μου και μου δίνει μια άλλη παράμετρο και καταλαβαίνω ότι στο πηγάδι, στο εσωτερικό πηγάδι εννοώ, στο οποίο έχω μπει για να μπορέσω να βγάλω αυτό το βαθύ συναίσθημα, τελικά δεν είναι βαθύ, είναι ημίρηχο και μετά έρχεται και πηγαίνει προς τα κάτω, προς τα κάτω, έρχονται οι ίδιοι αυτοί οι «άνθρωποι». Άνθρωποι είναι. Δεν έχουν ταυτότητα, δεν ψηφίζουν αλλά άνθρωποι είναι. Μορφή πάντως και συναισθήματα έχουν. Ναι σαφέστατα, γιατί μπορώ να σας πω …αυτό είναι πολύ σωστό που λέτε. Πρέπει να σας πω ότι και στο προηγούμενο και σ’αυτό, οι χαρακτήρες για μένα ήταν σκιαγραφημένοι. Δηλαδή ακόμη και την ηρωίδα τώρα την έχω πολύ έντονα, δηλαδή οι ήρωές μου έχουν φάτσα. Είναι το σπυράκι στη μύτη, το φρύδι το σμιχτό, το κατσαρό μαλλί, δηλαδή όλα αυτά υπάρχουν, δεν είναι μόνο σαν χαρακτήρες γενικά. Και είναι πιο σύγχρονη η ιστορία αλλά πάλι έχει κάποια στοιχεία από το παρελθόν. Δηλαδή προσπαθώ να βάλω –είδα κάποια πράγματα τα οποία δούλεψαν πολύ καλά στο προηγούμενο βιβλίο, τα οποία ακόμη όμως μου ταιριάζουν, δεν τα έχω ξεπεράσει-είδα ότι υπάρχει ένα στυλ γραφής το οποίο το αναγνωστικό κοινό το δέχθηκε πάρα πολύ θετικά και δεν έχω λόγο να το αλλάξω φυσικά. Είναι και το προσωπικό στυλ, έχει και την αποδοχή άρα τι καλύτερο. Κοιτάζω αυτά τα πράγματα να διασφαλίσω ότι υπάρχουν. Είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία, δεν είναι το νούμερο δύο και το νούμερο ένα. Και αυτό σκόπιμα, πολύ σκόπιμα. Δεν ήθελα να ξαναμπώ σ’αυτή τη φάση. Παρόλο που πήγε πολύ καλά; Ναι. Το πιο εύκολο είναι να κάνεις το νούμερο δύο όπως το κάνει το Χόλυγουντ αλλά εγώ δεν είμαι Χόλυγουντ, δεν θέλω να είμαι Χόλυγουντ. Μπορεί να επιστρέψω μετά στο νούμερο δύο, μετά από πολλά χρόνια αλλά ποτέ δεν θα επέστρεφα σ’αυτή τη φάση. Αισθάνομαι ότι στον αναγνώστη που διάβασε τη «Δρυ» και του άρεσε, τώρα πρέπει να έρθω με κάτι καινούργιο, με κάτι το οποίο θα έχει να «πατήσει», να «κουμπώσει» σαν αναγνώστης του προηγουμένου βιβλίου, θα βρεί δηλαδή εύκολα πράγματα να «κουμπώσει» αλλά θα πάει και αυτός μαζί μου ένα βήμα παραπάνω. Γιατί αν έμενα στάσιμη θα ήταν σαν να με τραβούσε το αναγνωστικό κοινό πίσω ενώ εγώ σαν συγγραφέας πρέπει να τραβήξω το αναγνωστικό κοινό μπροστά. Και αυτό έχει μια δυσκολία και έχει φυσικά και το ρίσκο. Η τέχνη όμως, οποιαδήποτε μορφή τέχνης και η ζωγραφική και τα πάντα έχουν ρίσκο. Ο πετυχημένος καλλιτέχνης που παίρνουν τιμή τα έργα του, ζωγράφος σημαντικός, άμα αρχίζει να αναμασάει τα προηγούμενα, αισθάνομαι ότι μπορεί να είναι εμπορικός και η τσέπη του γεμάτη αλλά σαν καλλιτέχνης, σαν τεχνίτης την έχει «πατήσει». Έμεινε πίσω; Την «πάτησε» στην επιτυχία και αυτό δεν το θέλω. Και πολύ λογικά νομίζω ότι πολύ καλά κάνω και θα φανεί στο χρόνο αν κάνω καλά. Μέχρι τώρα το βιβλίο όπως έχει γραφτεί και το υπόλοιπο που έχω στο μυαλό μου, είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη. Νομίζω ότι θα είναι πάρα πολύ καλό και ότι θα «ταξιδέψει» πάλι τους αναγνώστες μ’έναν πολύ ωραίο τρόπο. Έτσι τουλάχιστον το αισθάνομαι εγώ, δηλαδή το γράφω και το χαίρομαι και αφού το χαίρομαι εγώ όπως έγινε και με τη «Δρυ», θα το χαρεί και κάποιος που θα το διαβάσει. Ίσως λοιπόν να υπάρχει και σ’αυτό, ίσως είναι πολύ νωρίς ακόμα, ίσως να υπάρχουν κάποιοι παράλληλοι δρόμοι, δεν είμαι ειδική να το πω και θα φανεί στο μέλλον. Σας ευχαριστώ πολύ. Να’σαι καλά , εγώ ευχαριστώ. Καλή επιτυχία εύχομαι στο επόμενο. Ευχαριστώ πολύ. Και να έχει ακόμη καλύτερη τύχη από το πρώτο. Ευχαριστώ πολύ και γι’αυτό! ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ: Η Νοέλ Μπάξερ γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα Βρετανό και μητέρα Ελληνίδα. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στην Καβάλα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συνέχισε στην Αγγλία τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αρχαιολογία. Επιστρέφοντας, εργάστηκε στη Διαφήμιση και έπειτα ως υπεύθυνη Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων σε ελληνικές επιχειρήσεις ενώ αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Για χόμπι γράφει παιδικές ιστορίες για την κόρη της. Έκανε τα πρώτα εκδοτικά της βήματα με μια σειρά από διηγήματα ενώ το βιβλίο ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.