Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας - Του Πιερή Μ. Πιερή

Ενα βιβλίο γραμμένο με πόνο και δάκρυ. Ένα βιβλίο αυθεντικό, στο οποίκο πρειγράφονται με τιον πιο παραστατικό τρόπο τα βάσανα, οι εξευτελισμοί και γενικά το μαρτύριο των Ελληνοκυπρίων αιχμαλώντα στα χέρια των Τούρκων κατακτητών, στις αφιλόξενες φυλακές/στρατόπεδα αιχμαλώτων της Τουρκίας, το 1974.

(…) Λαβωμένοι βαθιά στο σώμα και στη ψυχή, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, πρησμένα και μουδιασμένα και σχεδόν παράλυτα από το σφικτό δέσιμο που τα σημάδεψε βαθιά, και με τα μάτια επίσης δεμένα σφικτά με λουρίδες άσπρου ρούχου, κάπου διακόσιοι ογδόντα πέντε τόσοι άνθρωποι, παραδέρναμε σαν «ψάρια στη στεριά» μέσα στην πνιγηρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα της κοιλιάς του σιδερένιου κήτους. Ενός δηλαδή τουρκικού πολεμικού πλοίου στο οποίο με τόση βία και αγριότητα μας έριξαν πριν από λίγο. Μεταφερθήκαμε εκεί ύστερα από ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς μιας βδομάδας σ’ ένα «στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων». Μια μάντρα προβάτων δηλαδή που οι Τούρκοι κατακτητές είχαν χρησιμοποιήσει για την κράτησή μας, από την ημέρα της σύλληψής μας μέχρι σήμερα.
Δεν είμαστε εγκληματίες, ούτε δολοφόνοι, ούτε οτιδήποτε άλλο! Είμαστε άνθρωποι φιλειρηνική και ήσυχοι, βιοπαλαιστές όλοι και οικογενειάρχες οι περισσότεροι και καμία δικαιολογία δεν ευσταθούσε για τη σύλληψή και την αιχμαλωσίας μας. Δεν είμαστε στρατιώτες και παρ’ όλο που μπορεί να προβληθεί η δικαιολογία ότι οι περισσότεροι φαινόμαστε μάχιμοι, εν τούτοις, αυτό πρέπει να το γνώριζαν πολύ καλά οι Τούρκοι, είναι ζήτημα αν έστω και ελάχιστοι από μας πήρα όπλο στα χέρια τους κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, αν εξαιρέσουμε βέβαια καμιά πενηνταριά στρατιώτες που βρίσκονταν ανάμεσά μας.

Από την ημέρα της εισβολής που ακολούθησε το καταραμένο εκείνο πραξικόπημα, τα όπλα χάθηκαν όλα, εξαφανίστηκαν λες και άνοιξε η γη και τα κατάπιες. Οι οπλαποθήκες έμειναν ερμητικά κλειστές κι απαραβίαστες, σαν να συμμάχησαν κι αυτές με τους Τούρκους εισβολείς . και δεν άνοιξαν με κανένα τρόπο. Ούτε με τα κτυπήματα και τη βία που προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν πολλοί που έτρεξαν να οπλιστούν για να υπερασπιστούν την πατρίδα από το βάρ4βαρο εισβολέας και να προασπίσουν την ζωή , τη τιμή και την περιουσία τους. Ούτε βέβαια με τις σπαρακτικές και απελπισμένες παρακλήσεις και ικεσίες των ανθρώπων αυτών που με τρόπο στην ψυχή έβλεπαν τον εχθρό να πλησιάζει σκορπώντας παντού το θάνατο και την καταστροφή . ενώ αυτοί ούτε να αμυνθούν δεν είχαν τα μέσα. Ήταν κάτι που δεν το περίμεναν και τους π0λήγωσε βαθιά στην ψυχή. Πικραμένοι κι απογοητευμένοι από τη στάση και την παθητική ανέχεια με την οποία οι τότε κρατούντες, αιματόβρεχτοι αντιπρόσωποι της «

Εθνικής Κυβέρνησης» της Χούντας των Αθηνών, αντιμετώπιζαν την τουρκική εισβολή, έτρεξαν να φύγουν μακριά. Να γλυτώσουν τουλάχιστον το τομάρι τους.

«Αν είναι να πεθάνουμε για την Πατρίδα, θεία είναι η δάφνη. Μια φορά κανείς πεθαίνει», λέει ο ποιητής. Στη δική μας όμως περίπτωση, μια τέτοια θυσία δεν άξιζε τον κόπο.

(…) Αλίμονο όμως! Τη μπόρα διαδέχτηκε η καταιγίδα, η οποία ήταν χειρότερη και ποιό καταστροφική. Ότι απέμεινε όρθιο από τους βομβαρδισμούς και το τρομακτικό πολυβολητό, ήλθαν να το γκρεμίσουν οι «Αττίλες» τα στίφη δηλαδή των Τούρκων εισβολέων . κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους, ρήμαζαν πόλεις και χωριά συμπληρώνοντας γενικά το καταστροφικό έργο των δολοφονικών όπλων κι ακόμα χειρότερα…!

Από τις σφαίρες, τι οβίδες και τις βόμβες μπορούσε κάποιος να γλιτώσει. Από τους Τούρκους στρατιώτες όμως, ήταν αδύνατον. Έμοιαζαν με τεράστια σμήνη επιδρομικών ακρίδων τόσο στον όγκο όσο και στη λύσσα και την ακόρεστη βουλιμία της καταστροφικής τους μανίας. Ήταν αρρώστια επιδημική και θανατηφόρα που τύλιγες τους πάντες, καταιγίδα τρομακτική κι ανεπανάληπτη που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της κυνηγούσε όλους τους ανθρώπους. (…)
(…) Σε όλα τα χωριά και τις πόλεις που κατέλαβαν οι κατακτητές, επιδόθηκαν με πρωτοφανή ενθουσιασμό κα με απερίγραπτη μανία και λύσσα σε δολοφονίες εν ψυχρώ αθώων πολιτών, σε βιασμούς γυναικών κάθε ηλικίας και σε ανείπωτους εξευτελισμούς εναντίον των κατοίκων . ιδιαίτερα για τους κατοίκους των χωριών Τριμίθι και Κάρμι που είχαν την κακοτυχία να δεχτούν πρώτοι τη γεύση της τουρκικής θηριωδίας, το μαρτύριο ήταν τρομερό. (…)

(…) ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς, όλοι οι άρρενες κάτοικοι των χωριών αυτών, από ηλικίας δεκαπέντε μέχρι εβδομήντα χρόνων, συνελήφθηκαν σαν «αιχμάλωτοι πολέμου», λέγε καλύτερα «θύματα πολέμου», για να υποστούν κατά τη διάρκεια της κράτησης τους τις χειρότερες ταπεινώσεις και τα δεινά της πιο απάνθρωπης μεταχείρισης.(…)
(…) Έτσι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μαζευτήκαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, ύστερα από το άγριο ανθρωπομάζωμα που ακολούθησε την εισβολή και που αποσκοπούσε στο γενικό εξανδραποδισμό του ελληνικού στοιχείου και την πλήρη τουρκοποίηση των καταληφθέντων εδαφών. Για να βρεθούμε σήμερα 30 Ιουλίου, 1974 με τα χέρια δεμένα σφικτά πίσω στην πλάτη και τα μάτια κλειστά, με το κορμί λαβωμένο από τα κτυπήματα και την ψυχή τραυματισμένη βαθιά από τις κακουχίες , την απόγνωση και τα φρικτά κι απρόσμενα κτυπήματα της μοίρας, σωστά ράκη, στην κοιλιά του σιδερένιου κήτους, του τουρκικού πολεμικού μεταγωγικού.
Η ζωή στον πλωτό τάφο

Αχ… αυτό το δέσιμο! Απ όλα τα μαρτύρια που υποφέραμε ως τώρα, αυτό ήταν το χειρότερο. Ούτε να καθίσεις μπορούσες, ούτε να ξαπλώσεις, μα ούτε να κοιμηθείς ή να ησυχάσεις σου επέτρεπε. Όπως και να προσπαθούσε να βολευτείς, οι πόνοι σου τρυπούσαν σαν πυρωμένη καρδιά το κορμί.
(…) Όταν λοιπόν ξαπλώναμε κι ακουμπούσαμε τα μούτρα μας στο πάτωμα, το μαρτύριο γινόταν ακόμα μεγαλύτερο. Το κεφάλι μας τρανταζόταν ολόκληρο και το μυαλό μας σάλευε από τους κραδασμούς και το βαθύ θόρυβο των μηχανών.

(…) Κάποιος λοιπόν κατάφερε με χίλια βάσανα και προφυλάξεις να λύσει το σχοινί και να ελευθερώσει τα χέρια του.

- Θέλεις να σε ξαπολύσω κι εσένα; Εγώ έβγαλα το σχοινί και το ρούχο από τα μάτια μου!

- Κι αν μας πάρουν είδης οι Τούρκοι;

- Ε… το πολύ – πολύ, να μας δείρουν και να μας δέσουν ξανά.

- Εν τάξει… λύσε με!

Λευτερώθηκε έτσι κι ο δεύτερος αιχμάλωτος από τα δεσμά του. Κι ενώ οι δύο φίλοι ήταν έτοιμη να συνεχίσουν τώρα μαζί το έργο τους, λύνοτας όσα περισσότερα σχοινιά και ρούχα μπορούσαν για να ανακουφίσουν και τους άλλους, κάποιος τους διέκοψε ξαφνικά φωνάζοντας από το βάθος της «γαλαρίας».

- Εφέντη…, σου εφέντη…! (νερό κύριε)

Σαν να δόθηκε αμέσως το σύνθημα. Τη φωνή του διαδέχτηκαν κι άλλες που ζητούσαν νερό. Κι όλες μαζί προκάλεσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των «αγάδων». Ένας από αυτούς που φαινόταν να είναι ο υπεύθυνος της βάρδιας των φρουρών, μας φώναξε να σιωπήσουμε και να παραμείνουμε ήσυχοι μέχρι να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από τον «μεγάλο» τους.

(…) Κοίταζαν μια εμάς και μια τους δικούς τους με απορία. Πως θα παίρναμε το «φαί» με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη; Στο τέλος ένας από αυτούς απευθύνθηκε στον αξιωματικό που στεκόταν πίσω από τα σύρματα και παρακολουθούσε με απάθεια την κατάσταση.
- Να τους λύσουμε τα χέρια; Ρώτησε στη γλώσσα τους.

- Όχι, απαγορεύεται, φώναξε αυστηρά ο αξιωματικός.

- Μα δεν θα μπορέσουν να φάνε. Πως θα πάρουν το ψωμί;

- Να τους ταΐσετε εσείς!

Ο στρατιώτης έμεινε αποσβολωμένος. Κούνησε το κεφάλι του σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας κι έμεινε για λίγο σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά κι αναγκαστικά συμμορφώθηκε με τη διαταγή του ανωτέρου του. Χωρίστηκαν έτσι κι αυτοί σε δυο ομάδες κι άρχισαν το δύσκολο έργο του ταΐσματος. Γιατί πρέπει να παραδεχτούμε ότι το τάισμα ήταν πολύ πιο δύσκολο και εκνευριστικό από το πότισμα. Εκείνος που κρατούσε το ψωμί, έκοβε ένα μεγάλο κομμάτι και έμπηγε στο ανοικτό στόμα που έχασκε μπροστά του. Κι όταν ο αιχμάλωτος έκοβε ανά τα κατάφερνε μια δαγκωματιά, ο άλλος στρατιώτης του έμπηγε με τον ίδιο τρόπο το τυρί και τη ντομάτα.

Στη Μερσίνα
Ένας τόπος άγνωστος απλωνόταν τώρα μπροστά στα μάτια μας κι ένας κόσμος, επίσης άγνωστος μας περίμενε….
- Είναι το Μπογάζι του Τρικώμου! Φώναξε κάποιος.

- Όχι, είναι το δάσος της Σαλαμίνας! Πέταξε κάποιος άλλος.

Ακούστηκαν πολλά τέτοια, χωρίς να είμαστε σίγουροι για τίποτε. Ώσπου…
- Εν η Μερσίνα! Φώναξε ο Λεύκος δυνατά.

- Η Μερσίνα; Ψιθυρίσαμε όλοι με δέος!

- Ναι…, ναι…, τούτη είναι. Ήρτα πολλές φορές εδώ με την τράτα! Επανέλαβε πάλι ο Λεύκος, ενώ κάποιος άλλος επιβεβαίωσε τα λόγια τους.

- Ναι, έχεις δίκιο. Εν η Μερσίνα! Εφέραν μας στην Τουρκία!

- Στην Τουρκία…;


                                                                                                                        ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….


Σ.Σ.: Όσοι ενδιαφέρονται να προμηθευτούν το βιβλίο «Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας» όπως και το βιβλίο «Αντίο» του Πιερή Μ. Πιερή, μπορούν να απευθύνονται στον ίδιο: Αγανίπης 3Α, 3112 Λεμεσός – Κύπρος Τηλ: 00357 -5- 383068, 00357-9- 449130, Φαξ: 00357-5-332206