Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 - 37 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Ξημέρωσε 15 Ιουλίου 2011



Πέρασαν κι όλας 37 ολόκληρα χρόνια.

«Το πουκάμισο το θαλασσί…», έρχεται στο μυαλό μου πάλι. Ήταν το τραγούδι που μετέδιδε το ΡΙΚ όταν ξαφνικά μέσα από τον δέκτη μου έπιασα «κατσιαρίσματα», δηλαδή περίεργους ήχους, σαν βήματα, σαν πόρτες, σαν φωνές…

Αμέσως μετά το ραδιόφωνο σίγησε

Έξω ο ήλιος έκαιγε κι ας ήταν λίγο πριν τις 8.00 το πρωί. Το ραδιόφωνο μετέδιδε την εκπομπή «Η Ώρα της γυναίκας». Κι όμως ήταν φανερό, κάτι είχε συμβεί. Με το παιδικό μυαλό μου άφησα την περιέργειά μου να πλέξει σενάρια. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε διακοπή της ραδιοφωνικής μετάδοσης.

Και ξαφνικά ακούγονται εμβατήρια. Και η γυναικεία φωνή μέσα από τον ραδιοδέκτη, να δηλώνει ότι το ΡΙΚ βρίσκεται υπό κατάληψη από τον στρατό και ότι… ο Μακάριος ήταν νεκρός! Νεκρός; Αδύνατον! Νεκρός ο Μακάριος;

Λίγα λεπτά πέρασαν μόνον όταν οι γονείς μας επέστρεψαν από τη δουλειά τους που ήταν στη Λευκωσία.


Έγινε πραξικόπημα, μου εξήγησαν. Και ο φόβος ήταν διάχυτος στα πρόσωπα όλων. Ήταν φανερό. Η ΕΟΚΑ Β΄ είχε το πάνω χέρι. Ποιος ξέρει ποια θα ήταν η μοίρα της οικογένειάς μας. Ο πατέρας μου ήταν μέλος της ΕΔΕΚ, πιστός φίλος του Γιατρού, του Δρ. Βάσου Λυσσαρίδη. Εγώ αν και ήμουν μόλις μαθήτρια του Γυμνασίου, ήμουν μέλος της νεολαίας της ΕΔΕΚ.

Μη μιλάτε καθόλου. Αν έρθουν δεν μιλάμε…

Και ήρθαν…

Και βρέθηκε όλη η οικογένεια με τα χέρια στον τοίχο. Ακόμα και το μικρό μας που ήταν μόλις ενός χρόνου.

Φώναξαν, ρώτησαν, τρομοκράτησαν…

Το μικρό έβαλε τα κλάματα.

Θα ξανάρθουμε, είπαν απειλητικά και χάθηκαν με τα λάντρόβερ και με πυροβολισμούς στον αέρα.

Πέρασε εκείνη η αγωνιώδης Δευτέρα. Πέρασε και η Τρίτη και η Τετάρτη. Κάθε μέρα ήταν «στολισμένη» με πυροβολισμούς. Από τον δρόμο της Λεμεσού, όποιο αυτοκίνητο περνούσε με τους «ήρωες» της ΕΟΚΑ Β΄ πυροβολούσε αδιάκοπα. Φαίνεται ότι είχαν πολλά πυρομαχικά.

Και έφθασε η Πέμπτη: Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Είμαι ο Μακάριος, Δεν είμαι νεκρός όπως η χούντα των Αθηνών….

Αποσβολωμένη άκουσα τη φωνή του Μακαρίου από το μικρό τρανζιστοράκι που πάλευα μέρες τώρα να ακούσω κάποιον άλλο σταθμό.

Το νέο – το χαρούμενο νέο, έτρεξα σαν τρελή από χαρά να το μεταφέρω στον πατέρα. Εκείνος χαμογέλασε. Σαν να ήξερε πάντα ότι ο Μακάριος δεν θα μπορούσε να είναι νεκρός. Σαν να πίστευε ότι ο Μακάριος είναι αθάνατος!

Και ήρθε η Παρασκευή και όλα είχαν σωπάσει. Κάπου βέβαια, στις Κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, εκατοντάδες προσκείμενοι στον Μακάριο άνδρες κάθε ηλικίας είχαν συλληφθεί από τους ΕΟΚΑβιτατζήδες. Ο Σαμψών είχε σηκώσει τις αλυσίδες και άλλα αντικείμενα που υποτίθεται ότι είχαν βρεθεί μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο. Τα έδειξε σαν λάφυρα στην ασπρόμαυρη τότε τηλεόραση που έκαναν μαύρη τη ψυχή κάθε Κύπριου.

Και ξημέρωσε το Σάββατο. Δεν είχε ακόμα χαράξει το φως της 20ής Ιουλίου όταν οι βόμβοι των πολεμικών αεροσκαφών κτύπησαν στα τύμπανά μας και τα τύμπανα του πολέμου.

Ποιου πολέμου. Πόλεμος υπάρχει όταν πολεμούν δύο πλευρές. Εκεί, στη Κύπρο του 1974, πολεμούσαν οι Τούρκοι, εκείνοι που έπεσαν με τα αλεξίπτωτα σκοτεινιάζοντας τον ήλιο κι εκείνοι που αποβιβάστηκαν από τα πολεμικά πλοία στις παραλίες της όμορφης Κερύνειας. Αντίπαλοί τους δεν υπήρχαν. Όπλα σε χέρια ελληνικά, δεν υπήρχαν. Αλλά και τα λιγοστά ρώσικα καλασνικωφ ήταν άδεια από σφαίρες. Είχαν όλες χρησιμοποιηθεί στους «εορτασμούς» της δολοφονίας του Μακαρίου.

Ελάχιστοι ήρωες που προσπάθησαν να κρατήσουν άμυνα, περιμένοντας τη βοήθεια από τη Μάνα Ελλάδα, έχασαν τη ζωή τους ή αναγκάστηκαν σε οπισθοχώρηση.

Οι περισσότεροι άνδρες της επαρχίας Κερύνειας και στη συνέχεια της Αμμοχώστου, αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στα μπουντρούμια των Αδάνων.

Περισσότεροι από δύο χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας έχασαν τη ζωή τους κυρίως από τις εν ψυχρώ εκτελέσεις τους, πολλές από τις οποίες ήσαν ομαδικές που διέπραξαν οι Τούρκοι στρατιώτες αλλά και ορισμένοι Τουρκοκύπριοι.

Τα χωριά μας, οι εκκλησιές μας, τα σχόλια μας, οι επιχειρήσεις μας, η αξιοπρέπειά μας, λεηλατήθηκαν, κακοποιήθηκαν βάναυσα.

Ο Κυπριακός λαός διαχωρίστηκε με τη βία. Από εδώ οι Ελληνοκύπριοι, από εκεί οι Τουρκοκύπριοι. Από εδώ οι ελεύθεροι Ελληνοκύπριοι και οι πρόσφυγες, από εκεί οι …εγκλωβισμένοι και οι βίαια ξεριζωμένοι από τον Ντεκτάς Τουρκοκύπριοι..

Και οι Μεγάλες Δυνάμεις; Και οι εγγυήτριες δυνάμεις; Πού βρίσκονταν;

Τριάντα επτά χρόνια μετά, είναι πλέον φανερό ότι όλη η υπόθεση ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν την Κύπρο παρατηρητήριό τους, τσιφλίκι τους και ίσως και έναν ακόμα δικό τους χώρο για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου και άλλων σημαντικών ορυκτών. Ο γεωγραφικός της χώρος και η στρατηγική της αξία, ήταν οι αιτίες που έφεραν την καταστροφή.

Τριάντα επτά χρόνια μετά, περιμένουμε ακόμα από τον ΟΗΕ να υποχρεώσει την Τουρκία να σεβαστεί τα ψηφίσματά του για απομάκρυνση των Τούρκων στρατιωτών από το νησί. Προστέθηκε μετά και ψήφισμα για την ανακοπή του εποικισμού της κατεχόμενης Κύπρου.

Τίποτα δεν σεβάστηκε η Τουρκία. Κανέναν δεν σέβεται ποτέ! Κι εμείς στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα, ακόμη δεν βρήκαμε τη μαγική φόρμουλα της ομόνοιας εν καιρώ ειρήνης. Αυτό τελικά μας σκοτώνει κάθε μέρα.