Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

ΚΥΠΡΟΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ από τον Δήμο Ταύρου

Γιάννη Καψής: Καινούρια προσπάθεια σμίκρυνση της Ελλάδας άρχισε από γνωστό αδελφάτο ακαδημαϊκών
Η καινούργια προσπάθεια σμίκρυνσης της Ελλάδας μας έχει αρχίσει με την προσπάθεια του γνωστού αδελφάτου ακαδημαϊκών να αλλοιώσουν την Ιστορία μας και σαν σύγχρονοι προκρούστες να χωρέσουν την μνήμη μας στα καλούπια της παγκοσμιοποιημένης σκέψης. Θα το κατορθώσουν;Θλιβεροί μαθητευόμενοι εφιάλτες. Αυτό είναι ένα απόσπασμα από τήν ομιλία του κ. Γιάννη Καψή στην εκδήλωση "Κύπρος και Αλησμόνητες πατρίδες" που πραγματοποιήθηκε στον Δήμο Ταύρο το περασμένο Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Ολόκληρη η ομιλία του κ। Καψή ο οποίος και καταχειροκροτήθηκε παρόντως και του Δρ. Βάσου Λυσσαρίδη έχει ως ακολούθως: Όταν πρόκειται να μιλήσεις πριν από τον Βάσσο Λυσσαρίδη , ένα χειμαρώδη ρήτορα που ανάβει φωτιές στην σκέψη και το συναίσθημα, ένα αψεγάδιαστο και συνεπή αγωνιστή, αναπόφευκτο είναι να αισθάνεσαι κάποιο δέος. Και για να το καταπολεμήσω αυτό το συναίσθημα κατέφυγα στον ποιητή. Δανείσθηκα το Χρονικό του Κ. Μύρη με το οποίον και αρχίζω……. Στα πίσω χρόνια τα παλιά Οπου φωτιά δεν είχε Ο κόσμος σε βαθειές σπηλειές Τα΄αλέτρι δεν κατείχε Μα μιάν αυγή μιά Κυριακή ………………. Κατέβηκε ο Γίγαντας Μ’ ένα δαδί στο χέρι Έριξε φώτα στις σπηλιές Και χάρηκε τ’ ασκέρι Τον κάρφωσαν τον γίγαντα Στα βράχια του Καυκάσου Τρία πουλάκια πέρασαν Και του ’λεγαν στοχάσου Τριάντα αιώνες και πλέον ο Γίγαντας λαός παίζει τον Προμηθεϊκό του ρόλο.Τά πιο δυναμικά τα πιο προοδευτικά στοιχεία του κρατώντας την φλόγα από την εστία της πόλις-μητρόπολης αποικίζουν τον τότε γνωστό κόσμο ξεκινώντας από τις ακτές της Μικρασίας. Κι εκεί χτίζουν τον Ιωνικό πολιτισμό, την ιωνική φιλοσοφία, φωτίζοντας τις ανήλιαγες σπηλιές της ανθρώπινης βαρβαρότητας. Είναι συγκλονιστικό πως ο Γίγαντας λαός έχει προβλέψει, φτιάχνωντας τον μύθο του Προμηθέα, αυτόν ακριβώς τον προμηθεϊκό του ρόλο. Μα ποτέ δεν δίστασε κι ας γνώριζε την μοίρα του. Στην Μικρασία, στην Κύπρο, σ’ ολους τους πολέμους από το 1912 κι’ εδώ. Σήμερα η ράτσα μας συνεχίζει τον ρόλο πού της έταξαν οι Μοίρες. Ανάμεσα το χτίσιμο της Μιλήτου ή της Εφέσου και την δημιουργία της Αστόρια, της νέας ελληνικής συνοικίας της Νέας Υόρκης, μοναδική διαφορά είναι ότι τον ρόλο της δάδας έχει υποκαταστήσει η νοσταλγία , αυτή η αμφίδρομη λειτουργία που κάνει τις πατρίδες , Αλησμόνητες Πατρίδες. Πριν προχωρήσω, επιτρέψτε μου να τονίσω ότι αυτή η προσήλωση μας στις Αλησμόνητες Πατρίδες που γεννά και την απόφαση να μην επιτρέψουμε την δημιουργία νέων Αλησμόνητων Πατρίδων ,είναι η μοναδική μας άμυνα σήμερα, όταν τα προμηθεϊκά όρνια ετοιμάζονται να ξεσχίσουν και πάλι τα σωθικά του Προμηθέα, να επιτύχουν την σμίκρυνση του εθνικού μας χώρου. Ναι καλά ακούσατε την σμίκρυνση του εθνικού μας χώρου. Ελπίζουν ότι θα λησμονήσουμε. Ξεχνούν ότι η ελληνική γλώσσα, η τόσο πλούσια που έχει 4-5 ίσως και περισσότερες λέξεις, για κάθε έννοια, έχει μια μόνον λέξη για τα φοβερά όνειρα που μας ταλαιπωρούν την νύχτα. Εφιάλτης. Δεν λησμονούμε τις Αξέχαστες Πατρίδες μας. Αλλά και δεν ξεχνάμε τους Εφιάλτες. Η καινούργια προσπάθεια σμίκρυνσης της Ελλάδας μας έχει αρχίσει με την προσπάθεια του γνωστού αδελφάτου ακαδημαϊκών να αλλοιώσουν την Ιστορία μας και σαν σύγχρονοι προκρούστες να χωρέσουν την μνήμη μας στα καλούπια της παγκοσμιοποιημένης σκέψης. Θα το κατορθώσουν; Θλιβεροί μαθητευόμενοι εφιάλτες. Στην προσπάθεια τους αυτή σπείρουν συχνά την αμφιβολία. Δεν έπρεπε να πάμε στην Μικρασία. Δεν έπρεπε να δημιουργήσουμε το κυπριακό… Θλιβεροί εφιάλτες. Υπάρχουν ζητήματα που δεν χωρά η αμφιβολία, το ερώτημα , έπρεπε ή δεν έπρεπε. Είναι νομοτελειακά προκαθορισμένα.Δεν διερωτήθηκαν ούτε διερωτώνται σήμερα οι ιθαγενείς της Ροδεσίας, της Κένυας ή του Κογκό, αν θα πρεπε ή δεν θα έπρεπε να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους κι΄ας αντιμετωπίζουν τόσα προβλήματα. Μπορείτε να διανοηθείτε να ήταν σήμερα η Κύπρος αγγλική αποικία; Να ζούσαν 4-5 εκατομμύρια Μικρασιάτες κάτω από τουρκική κατοχή; Δεν έχουμε δικαίωμα ούτε ν’ αμφιβάλλουμε ,ούτε να ξεχάσουμε. Στην δική μου φαντασία υπάρχει ένα σεντούκι, ένα τεράστιο σεντούκι, σαν τα παλιά σεντούκια που είχαν οι γιαγιάδες μας, ένα σεντούκι ψηλό όσο η Πάρνηθα , μακρύ όσο ο Υμηττός, γεμάτο αναμνήσεις από τις αλησμόνητες Πατρίδες. Κάθε μέρα αμέτρητοι νοσταλγοί αλλά και αρνητές ψάχνουν μέσα στο σεντούκι , όπως κάναμε κι΄ εμείς όταν είμαστε μικρά παιδιά, ν΄άρπάξουν μια καινούργια ανάμνηση. Και μέχρι να έρθει το βράδι το σεντούκι αδειάζει. Μα την νύχτα η νύμφη Μνημοσύνη το ξαναγεμίζει. Μόνον όταν οι Μοίρες που έγραψαν το ριζικό της ράτσας μας μας εγκαταλείψουν, μόνον όταν αδειάσει το σεντούκι, τότε μόνον θα λησμονηθούν οι αλησμόνητες πατρίδες. Το πιστεύω αν κι έκανα ένα λάθος. Ξεθάρρεψα πως τόσα χρόνια που ασχολούμαι με τις αλησμόνητες πατρίδες ,το σεντούκι δεν είχε τίποτα άλλο να μου προσφέρει. Κατάλαβα το λάθος μου μόλις πάτησα το πόδι μου στην Σμύρνη, στο τελευταίο ταξίδι μου. Συνάντησα Τουρκοκρητικούς που ακόμη φορούν το μαύρο πουκάμισο, πίνουν τσικουδιά και τραγουδούν «Σαν πας στην Κρήτη, κρητικιά…. Χαιρέτα μου την Κρήτη Και το ψηλό βουνό Που λένε Ψηλορείτη.» Άκουσα Τουρκοκρητικό να λέει «μουσουλμάνος είμαι μπρέ μα την Παναγιά …» Είδα στο Μουσείο της Σμύρνης την ίδια φωτογραφία με την ίδια λεζάντα, του κατάπτυστου βιβλίου της Ιστορίας της 6ης δημοτικού «Οι Έλληνες συνωθούνται στην προκυμαία περιμένοντας τα πλοία». Αυτή ήταν η μοναδική περιγραφή της μεγάλης τραγωδίας ,όπου η προκυμαία της Σμύρνης ποτίσθηκε με το αίμα δεκάδων χιλιάδων Μικρασιατων και ο κόλπος στόμωσε από τα πτώματα των πνιγμένων. Και τότε κατάλαβα…. Έφτασα στο Κονάκι, εκεί που έζησε για δυό χρόνια η Ελληνική Σμύρνη. Είδα ένα άγαλμα, έναν νεαρό άνδρα με μια σημαία στο ένα χέρι και το περίστροφο στο άλλο, να πυροβολεί αλλά και να πέφτει χτυπημένος. Φοβισμένος ο συνοδός μου, μου μετέφρασε: «Ο πρώτος πυροβολισμός. Ο δημοσιογράφος Χασάν ρίχνει τον πρώτο πυροβολισμό κατά των Ελλήνων στρατιωτών την 1η Μαϊου του 1919.» Έχετε ακούσει ποτέ στρατό να δέχεται πυρά και να μην τα ανταποδίδει; Κι’ όμως οι σύμμαχοι έριξαν σ’ εμάς την ευθύνη.Δυό τσολιάδες και 3 Σμυρνιοί καταδικάσθηκαν σε θάνατο κι’ εκτελέσθηκαν. Το σεντούκι μου είχε αποκαλύψει καινούργια μυστικά, που ήρθαν να προστεθούν στις μνήμες των Αλησμόνητων Πατρίδων. Αλλά την πιο συγκλονιστική ανάμνηση την φύλαγε για το τέλος, όταν ανακάλυψα το απηγορευμένο βιβλίο της Λατιφέ Χανούμ, της συζύγου του Κεμάλ Ατατούρκ. Μη με ρωτήστε πως, θα σας πω ψέματα. Πριν φύγω είχα ακούσει ένα του αδελφάτου που προανέφερα, να λέει στην τηλεόραση. « Δεν είναι γνωστό ποιος έβαλε την φωτιά στην Σμύρνη».Και την τουρκάλα βουλευτίνα Ινενού να λέει «Εμείς μαθαίνουμε στα παιδιά μας ότι την Σμύρνη την έκαψαν οι Έλληνες». Διαφορετική η αλήθεια που αποκαλύπτει η Λατιφέ, ή μάλλον ο ίδιος ο Ισμέτ Ινενού. «Στην μεγάλη αίθουσα –γράφει η Λατιφε-μπήκε ο αρχιστράτηγος Ισμέτ Ιννενού. -.Κεμάλ, είπε, η Σμύρνη δεν υπάρχει πλέον. -. Ναι…Το βλέπω.. _.Έκανα ανακρίσεις .Όλοι έδειχναν τους επάνω. Και ο ίδιος ο Νουρεντίν δικαιολογήθηκε ότι στην αναστάτωση που ακολούθησε με την υποχώρηση των Ελλήνων, δεν γνωρίζει ποιος έδωσε τις εντολές… Και η Λατιφέ συνεχίζει. Φωνές και βαριά βήματα ακούσθηκαν από τις σκάλες. _. Αυτός είναι ο Φαβζί Πασσάς, είπε ο Κεμάλ. …………… _.Κεμάλ, είπε ο νικητής του Σαγγαρίου, ζητώ την άδεια να συλλάβω τον Νουρεντίν και να τον στείλω στρατοδικείο. _. Ηρέμησε στρατηγέ. Έχουμε άλλα πιο σοβαρά προβλήματα. _.Δεν θα ηρεμήσω αν δεν σου πω τι με τυρρανούσε μήνες τώρα. Θυμάσαι την μάχη του Κάλε Γκρότο; _.... _.....Μου είχες ζητήσει να κρατήσω ακόμη ένα τέταρτο. Αν κάναμε ένα μέτρο πίσω όλα είχαν χαθεί…Ετοιμαζόμαστε για ανταρτοπόλεμο πέραν από την Άγκυρα. _....Εγώ ξέρω πως κράτησα. Κι’ όταν το σαϊτάν ασκέρι ανέκοψε την επίθεση, έδωσα ένα όρκο στον εαυτό μου. Να μπω νικητής στην Γκιαούρ Ιζμίρ και να την κάνω μουσλίμ Ιζμίρ. Το μόνο που κατορθώσαμε είναι να έχουμε μια καμμένη Ιζμίρ…………Η Γκιαούρ Ιζμίρ δεν θα γίνει ποτέ δική μας. Και σ΄αυτό ευθύνεται ο παρανοϊκός Νουρεντίν.
Την μαρτυρία της Λατιφέ επαναλαμβάνει ο Τούρκος δημοσιογράφος και προσωπικός φίλος του Κεμάλ, που τον ακολουθούσε σ΄όλη την εκστρατεία ,ο Φαλίχ Ριφκι Ατάι. « Ήταν-γράφει στο βιβλίο του Τσάνκαγια -η ημέρα της μεγάλης πυρκαϊάς. Όσο η φωτιά κύκλωνε της γειτονιές, ο λαός έτρεχε στην προκυμαία……». « Έβλεπα την τραγωδία και η ψυχή μου έτρεμε. ΄Εβλεπα την ατάραχη ψυχραιμία του Μουσταφά Κεμάλ .Ακόμη και η νίκη ήταν κατώτερη απ΄αυτόν…..» …… « Επειδή έχω αποφασίσει να γράψω την αλήθεια μεταφέρω μερικές σημειώσεις μου εκείνης της ημέρας….Γιατί καίγαμε την Σμύρνη; Μήπως φοβόμαστε ότι δεν θα γλυτώναμε αν παρέμεναν οι επαύλεις, τα ξενοδοχεία, τα Καζίνα; Με τον ίδιο τρόπο είχαμε κάψει τις γειτονιές και τα σπίτια των εκτοπισθέντων αρμενίων, κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου …..Υπάρχει η επιρροή του συμπλέγματος κατωτερότητος. Ήταν απόφαση της μοίρας να μην αποκτήσουμε μια πόλη που θύμιζε Ευρώπη…… Πιστεύω ότι δε θα φτάναμε στην κορύφωση της τραγωδίας αυτής αν δεν υπήρχε ο φανατισμός και η δημαγωγία του Νουρεντίν..» Φεύγοντας για την Σμύρνη , μόλις είχα τελειώσει το καινούργιο βιβλίο μου. Όταν επέστρεψα το ξανάγραψα από την αρχή, προσθέτοντας στον τίτλο «Μουσουλμάνος είμαι μπρέ…Μα την Παναγιά». Γνώρισα αρκετούς Τούρκους στο ταξίδι μου εκείνο. Οι πιο πολλοί, μου ψιθύριζαν λίγες ελληνικές λέξεις κι’ ομολογούσαν χαμηλόφωνα « Η μάνα μου ήταν Ρωμιά».Ήμουν στην Σμύρνη όταν ο Ερντογάν την απεκάλεσε « Γκιαούρ Ιζμίρ».Κι έκανα άθελα την σκέψη ,«μήπως θα επαληθέψει η προφητεία που έχει το Κοράνι, ότι οι Έλληνες θα γυρίσουν;» Δεν ξέρω. Όλα μπορεί να συμβούν. Ακόμη και να μας εγκαταλείψουν οι Μοίρες και το σεντούκι ν’ αδειάσει. Ακόμη όμως και τότε εγώ θα κρατάω στην σκέψη μια εικόνα από το βιβλίο του Τζωρτζ Χόρτον. Σας διαβάζω…… « Στο τέλος της φάλαγγας των προσφύγων- γράφει-βάδιζε ένας γεροντάκος. Φαινότανε ο πιο κουρασμένος απ’ όλους. Κι΄ όμως λίγες μέρες πριν ήταν ο λεβεντόγερος των Βουρλών. Αλλά από την στιγμή που είδε τον γιό του να τον τρυπούν με τις λόγχες, την νύφη του να πέφτει στο πηγάδι μη μπορώντας να ζήσει ντροπιασμένη, κατέρευσε κι’ έγινε ένα θλιβερό γεροντάκι. Κι’ αν έζησε, έζησε για τα τρία εγγόνια του που δεν είχαν άλλο προστάτη. Ένα σήκωνε στην αγκαλιά, το δεύτερο το κρατούσε από το χέρι και το τρίτο, το μεγαλύτερο, ακολουθούσε. Ένας έφιππος τσαούσης του αρπάζει ξαφνικά το μωρό από την αγκαλιά. Ο Παππούς μένει με τα χέρια ψηλά σε μια σπαρακτική επίκληση. Κι’ όπως τα είχε υψωμένα, ο τσαούσης με μια τρομερή σπαθιά του τα κόβει από τους καρπούς. Μένει κεραυνόπληκτος. Το αίμα τινάζεται ψηλά. Αλλά ο μικρός εγγονός βλέποντας την φάλαγγα ν’ απομακρύνεται, τον σπρώχνει ελαφρά λέγοντας¨ « Έλα παππού…Πάρε τα χέρια σου να φύγουμε». Εγώ δεν ξεχνώ…Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ.