Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ "ΔΡΥ"

Νοέλ Μπάξερ «Από δρυ παλιά κι από πέτρα» Απόσπασμα σε θεατρική μορφή (σελ 131-134)
Εξαιρετικές εντυπώσεις προκάλεσε η μεταφορά μικρού αποσπάσματος του βιβλίου: Από Δρυ παλιά και από Πέτρα, σε θεατρικό έργο। Η Νοέλ Μπάξερ, η συγγραφέας του βιβλίου, επέλεξε ένα χαρακτηριστικό σημείο - ένα από τα πολλά δυνατά σημεία του βιβλίου - και του έδωσε μορφή θεατρικού σεναρίου. Οι ηθοποιοί αν και ερασιτέχνες, κέρδισαν με την έκφραση και τον χρωματισμό της φωνής τους το πολυπληθές κοινό που κατέκλεισε την αίθουσα της λέσχης Βιβλίου "ΦΩΣ" των αποφοίτων της Ιωνιδείου Σχολής. Αν εξακολουθείτε να διερωτάσθε γιατί θα πρέπει να βάλετε στη βιβλιοθήκη σας, αλλά πολύ περισσότερο στη ψυχή και στη καρδιά σας αυτό το βιβλίο, και γιατί θα πρέπει να το χαρίσετε αντί των μπιζού, των φλιτζανιών και των καλλυντικών στους φίλους και τις φίλες σας, δεν έχετε παρά να πάρετε αμέσως τώρα μια από τις σπάνιες "γεύσεις" του υπέροχου αυτού βιβλίου.
Όσο για τον νέο τρόπο παρουσίασης βίβλίου, που περιελάμβανε : ανάλυση, συνέντευξη με την συγγραφέα από επαγγελματία δημοσιογράφο και το θεατρικό απόσπασμα, πλαισιωμένο με αρχαϊκή μουσική που έδενε καταπληκτικά με την Ομηρική αναφορά, είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει πλέον "πιλότο" στη παρουσίαση βιβλίων στο εξής ώστε το κοινό να παρακολουθεί με ζωντανό ενδιαφέρον την εκδήλωση μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.
Θ. Κοντζόγλου
Αφηγητής: Στην Κερύνεια, η Πηνελόπη πληροφορείται από την Κατίνα, την μαγείρισσα του σπιτιού που την μεγάλωσε μαζί με την βάγια της, ότι την άνοιξη θα επιστρέψει για πάντα στο χωριό της, στο Ναρλίκιοϊ στα περίχωρα της Σμύρνης. Κατίνα: «Πηνελοπίτσα, θα σου φύγω.» Πηνελόπη: Τόσο απλά η Κατίνα μου το ανακοίνωσε. Ήταν το «χειμώνα μετά τον Τζόρτζιο». Ο χειμώνας του 1914. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ήμαστε με την Κατίνα στις φούριες μας, να ετοιμάσουμε τα χριστουγεννιάτικα σπιτικά γλυκά μας. Χτύπαγα στο γουδί την καρυδόψυχα όταν μου το ανακοίνωσε κι έμεινα εμβρόντητη. Κατίνα: «Λέω, μάτια μου, να επιστρέψω στο χωριό μου. Τα ‘φαγα τα ψωμιά μου. Λέω να πάω κατακεί, σπιτάκι μου να τελειώσω τη ζωή μου. Ε, τι λες;» Πηνελόπη: «Έλα, Κατίνα», τη μάλωσα, «έχεις πολύ δρόμο ακόμη μπροστά σου για να τελειώσει η ζωή σου.» Κατίνα: «Μα δε βλέπεις, μάτια μου, πως δεν με βαστάν τα πόδια μου; Πώς να τη βαδίσω;» Πηνελόπη: Το έβλεπα, ήταν αλήθεια ότι η Κατίνα είχε βαρύνει. Ταλαιπωριόταν από κιρσούς και παραπονιόταν πως πόναγαν τα γόνατά της. Με δυσκολία ανέβαινε από το κατώι στην τραπεζαρία για να μας σερβίρει, γι’ αυτό είχα αναλάβει εγώ το σερβίρισμα. Παιδευόταν να σηκωθεί κι από την καρέκλα, ενώ το βήμα της, κούτσα κούτσα, βαστώντας τον πάγκο της κουζίνας, δεν είχε καμιά σχέση με την αεικίνητη μαγείρισσα των παιδικών μου χρόνων. Θα έπρεπε λοιπόν ως ένα βαθμό να είμαι προετοιμασμένη. Όμως, όπως και με την Ευρύκλεια, είχα την παράλογη αίσθηση ότι η Κατίνα θα ήταν δίπλα μου για πάντα. Δεν μπορούσα να φανταστώ, πόσο μάλλον να δεχτώ, πως θα υπήρχε μέρα που δεν θα έβρισκα την Κατίνα στην κουζίνα. Υποσυνείδητα, κάτω κάτω, βαθιά, ίσως ήμουν προετοιμασμένη. Στην επιφάνεια όμως, εκεί που σπάνε οι τρικυμίες, δεν ήμουν. Είναι διαφορετικό να περιμένεις ένα νέο που θα σε λυπήσει από το να το υποδέχεσαι. Κατίνα: «Το έχω ανακοινώσει στα αφεντικά. Την άνοιξη, πρώτα ο Θεός, αν μπορώ ακόμη να περπατήσω, θα αναχωρήσω!» Πηνελόπη: Επέστρεψα στο γουδί μου και βάλθηκα να χτυπάω την καρυδόψυχα ώσπου την έλιωσα. Τι άλλαξε; (Παύση) ... Πηνελόπη: Τις μέρες που ακολούθησαν, είχε κολλήσει στο μυαλό μου μια μελλοντική εικόνα, τόσο αληθοφανής, σαν να ήταν ήδη πραγματικότητα: Κατέβαινα στην κουζίνα και ήταν άδεια. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της Κατίνας. Είχε πάρει τις όμορφες μυρωδιές της, το ξύλινο κουτί με τα μπαχαρικά της και το κόκκινο γεράνι της κι είχε φύγει. Αρχίσαμε λοιπόν να μετράμε πάλι τις μέρες και να παρακολουθούμε τον καιρό, να δούμε την άνοιξη να’ ρχεται για να ταξιδέψει αυτή τη φορά η Κατίνα για τη Σμύρνη. Άνοιγα το πρωί το παράθυρο και κοίταζα τα δέντρα της αυλής, μήπως μπουμπουκιάσουν πριν από την ώρα τους για να τα μαλώσω. «Κι εγώ, Κατίνα;» Απελπιζόμουν όσο πλησίαζε η μέρα της αναχώρησής της. Κατίνα (χαμογελώντας λυπημένα): «Εσύ, Πηνελόπη, θα ζήσεις τη ζωή σου. Και δεν θα ‘ναι σαν τη δική μου. Σίγουρα όχι». Ομηρική παρεμβολή (ανδρική φωνή): Ως οι μέν τοιαύτα προς αλλήλους αγόρευον. Οι δ’ επεί ούν παυσάντο πόνου τετύκοντό τε δαίτα, Εξείης έζοντο κατά κλισμούς τε θρόνους τε. Η ίδια παρεμβολή σε μετάφραση (διαφορετική ανδρική φωνή): Τέτοιες κουβέντες έκαναν μιλώντας μεταξύ τους. Και τις δουλειές σαν τέλεψαν κι ετοίμασαν τραπέζι, αράδα πήγαν στα θρονιά και στα σκαμνιά να κάτσουν. Πηνελόπη: «Πίστευα ότι πάντα θα είμαστε μαζί», εξομολογήθηκα στην Κατίνα και τράβηξα από τον ήλιο το σκαμνί μου. Κατίνα: «Θα είμαστε μαζί! Θα είμαστε μαζί όσο έχεις μια θέση στην καρδιά σου.» Πηνελόπη: «Δεν φτάνει», παζάρεψα. «Και σε ποιόν θα βρίσκω καταφύγιο στις στενοχώριες μου, ε;» Κατίνα: «Θα σου πω. Σαν θα ‘χεις στεναχώρια, θα βρίσκεις καταφύγιο στην κουζίνα και θα ‘ναι, μάτια μου, σαν να βρίσκεις καταφύγιο σ’ εμένα. Στην κουζίνα σου θα μ’ ανταμώνεις, ναι, γιαβρούμ. Θα κάνεις μπακλαβάδες, θα κάνεις κανταϊφια, θα κάνεις όλα τα γλυκά τα σιροπιαστά που σου ‘μαθα, πολυσιροπιασμένα. Για να γευτείς ξανά τη ζωή σου γλυκιά. Καλά;» Πηνελόπη: Ένευσα «καλά» και αναστέναξα. Η Κατίνα σηκώθηκε από το σκαμνί της με χίλιους κόπους και μου είπε: Κατίνα: «Έτσι έκανα κι εγώ.» (Παύση) Πηνελόπη: Η Κατίνα ήταν αυτή που μου έφερε το νέο. Κατίνα: «Σου ‘χω νέα, παιδί μου, σου ‘χω νέα, τάξε μου!» Πηνελόπη: Για πότε η Κατίνα ανέβηκε από το κατώι στο υπνοδωμάτιό μου ξεχνώντας κιρσούς και πονεμένα γόνατα! Μπήκε σαν τον φουριόζο άνεμο και με ξύπνησε σκουντώντας με. Κατίνα: «Ξύπνα, καλή μου Πηνελόπη! Μάντεψε ποιός ήρθε!» Πηνελόπη: «Ποιός;» απόρησα και ανασηκώθηκα στο κρεβάτι μου. Με τράβηξε από το νυχτικό προς το μέρος της και μου το αποκάλυψε στο αυτί. Έλαμπε ολόκληρη. Κατίνα («λάμποντας»): «Ο κύριος Σάρεϊ. Ο γιος!» Ομηρική παρεμβολή: Γρήυς δ’ εις υπερώ’ ανεβήσετο καγχαλόωσα, δεσποίνη ερέουσα φίλον πόσιν ένδον εόντα. Γούνατα δ’ ερρώσαντο, πόδες δ’ υπερικταίνοντο. Στη δ’ αρ’ υπέρ κεφαλής και μιν προς μύθον έειπεν. «Έγρεο, Πηνελόπεια, φίλον τέκος, όφρα ίδηαι οφθαλμοίσι τεοίσι, τα τ’ έλδεαι ήματα πάντα. Ήλθ’ Οδυσεύς και οίκον ικάνεται οψέ περ ελθών Η ίδια παρεμβολή σε μετάφραση: Στ’ ανώι ανέβηκε η γριά, χαρούμενη, να φέρει τα συχαρίκια στην Κυρά, πως έφτασε ο καλός της. Τα πόδια της δυνάμωσαν κι οι φτέρνες της χτυπούσαν κι απάνω απ’ το κεφάλι της πάει στέκει και της είπε. «Ξύπνα, παιδί μου, γλήγορα, καλή μου Πηνελόπη, να ιδείς εκείνα πόλπιζες και χρόνια λαχταρούσες. Ήρθε ο Δυσέας με καιρό και βρίσκεται στο σπίτι. Πηνελόπη: Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. Από το απότομο ξύπνημα και το αναπάντεχο νέο, δάκρυζαν τα μάτια μου. Αγκάλιασα την Κατίνα και την ταρακουνούσα ζητώντας να μου τα πει όλα. Ομηρική παρεμβολή: Ως έφαθ’, η δ’ εχάρη και από λέκτροιο θορούσα γρηί περιπλέχθη, βλεφάρων δ’ από δάκρυον ήκεν, και μιν φωνήσασ’ έπεα πτερόεντα προσηύδα. Η ίδια παρεμβολή σε μετάφραση: Είπε, κι εκείνη χάρηκε και πήδηξε απ’ την κλίνη και τη γριούλα αγκάλιασε, στα δάκρυα βουτημένη, κι έτσι με λόγια πεταχτά της είπε κράζοντάς την. Πηνελόπη: «Έλα, Κατινίτσα μου, έλα, πες μου τα όλα, να χαρείς!» Έτσι έμαθα ότι ήρθε στη ζωή μου ο Τζόνι Σάρεϊ. Από την αγαπημένη μου Κατίνα.