Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ο ΛΟΥΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΒΑΜΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΙΑ" ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ

Ο Μανώλης Αυτιάς, ο θρυλικός Λούης από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», εξυμνεί τις γυναίκες, τα βιβλία και την αναρχία Οι άλλοι πρωταγωνιστές «Κλέβω βιβλία και όταν έχω λεφτά πάω και τα πληρώνω» «Όπου σε πάει το βιβλίο, δεν σε πάει ούτε το όνειρο ούτε το κύμα» λέει ο ήρωας του Κώστα Μουρσελά ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 21 Μαρτίου 2009
Σ.Σ. Ευχαριστώ θερμά τη πολύ καλή μου φίλη Μαρία Ζαβιανέλη για την αποστολή της συνέντευξης. Θ.Κ. Τον αναζητούσα μέρες στα στενά του Περάματος। «Μπαινοβγαίνει» μου έλεγαν। Και με τα μάτια, μου έδειχναν το βουνό। Την πίσω πλευρά, προς τα «τρελάδικα»। «Ποιος ο Λούης;» αντέδρασε ένας. «Άφαντος. Δεν πάει πια ούτε στον Γλάρο να πιει το κρασάκι του».
Απογοητεύτηκα αλλά στο βάθος ήμουν χαρούμενος। Ο θρύλος ήταν ζωντανός। Κανείς δεν τον είχε ξεχάσει. Πιτσιρικάδες, γέροι, περιπτεράδες, ράπερ, όλοι ήξεραν τον Λούη, τον Ζορμπά του Περάματος, τον ήρωα του Κώστα Μουρσελά στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Αυτόν υποδύθηκε ο Νινιός στο σίριαλ που γύρισε ο Κουτσομύτης. Γι΄ αυτόν, αν το καλοσκεφτείς, έσπασαν τα μηχανάκια της ΑGΒ στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Ένας γέρος, συνομήλικός του πρέπει να ήταν, μου είπε να ψάξω στα καρνάγια. «Καμιά φορά τη στήνει στην προβλήτα για τη Σαλαμίνα. Θέλει να βλέπει τις "παντόφλες" να φεύγουν». Λίγο ακόμη και θα είχα καταντήσει γραφικός. «Ψάξε να βρεις την κόρη του την Ειρήνη, αυτή θα σου τον βρει». Η Ειρήνη, μια δυναμική σαραντάρα, είναι πολιτισμολόγος και δουλεύει στην τοπική αυτοδιοίκηση. «Θα τον βρούμε», με ενθάρρυνε.
Και ένα πρωί μου έδωσε ραντεβού στο παλιό βιβλιοπωλείο του «Σκορπιού»। Άδεια ράφια, σκόνη και καράβια ζωγραφισμένα πάνω σε ξύλα। Ο κ। Νίκος με το πενάκι της σινικής μελάνης στο χέρι, αφήνει τις ζωγραφιές και κάνει τις συστάσεις. «Αυτός είναι ο Λούης που ψάχνεις».
Ένας περιποιημένος κύριος που μπορεί να είναι 60 αλλά μπορεί και 80, ξεπροβάλλει δίπλα από ένα τραπεζάκι με σφηνάκια, φιστίκια και μπισκότα। «Ακολούθα με» μου είπε ενώ η τσικουδιά μού έκαιγε ακόμη τον λαιμό।
Κατηφορίζαμε, χωρίς να ξέρω για πού। Μπροστά ο Λούης, πίσω εγώ, πιο πίσω η κόρη του με τον κ। Νίκο. Και από ένα στενό πέρασμα της λεωφόρου Δημοκρατίας ξεπρόβαλε ξαφνικά η θάλασσα. «Εδώ στο μουράγιο θα τα πούμε»
Πού γεννήθηκες;
Στο Αϊβαλί। Εδώ ήρθα το ΄28। Κατ΄ ευθείαν στο Πέραμα... Πρώτα περάσαμε στα Ψαρά, μετά στη Σάμο, απ΄ εκεί στη Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Καλλίπολη, Χατζηκυριάκειο, Πέραμα
Πώς ήταν τότε το Πέραμα;
Δεν μπορούσες να περάσεις απ΄ τα πεύκα। Δυσκολευόταν ακόμα και ο νερουλάς με το καρότσι και τρέχαμε να παραμερίσουμε τα κλαδιά για να περάσει। Τα βράδια κατέβαιναν αλεπούδες και λαγοί.
Πόσοι άνθρωποι ήσασταν;
Καμιά δεκαριά φαμίλιες। Ερημιά ήταν। Το ΄36 μπήκε το τραμ। Ένα τάλιρο το εισιτήριο, ακριβό, αλλά εμείς καβαλάγαμε από πίσω. Η δική σου οικογένεια ήταν μεγάλη; Η μάνα μου έκανε συνέχεια κορίτσια. Εμένα, όπως μου ομολόγησε πριν να πεθάνει, με μάζεψε από τους γύφτους. Είχε κάνει τάμα στην Παναγιά να κάνει και ένα αγόρι, ε, το ακούσαν οι γύφτοι και μ΄ αφήσαν με τις φασκιές.
Πόσα από αυτά που θα πούμε σήμερα είναι αλήθεια;
Μια φορά πήγα να πω αλήθεια και στραμπούλιξα τη γλώσσα μου, έκτοτε τις έκοψα και λέω μόνο ψέματα। Καμιά φορά βάζω και δράκους μέσα, αλλά τους ξεδοντιάζω, να μη δαγκάσουν κανέναν άνθρωπο και το έχω τύψεις।
Το Λούης από πού βγήκε; Τα χρόνια της Κατοχής που γράφαμε συνθήματα με την ΕΠΟΝ μπορούσες να φας μια σφαίρα, αλλά εγώ ήμουν πολύ γρήγορος। Κατούραγα σε έναν τενεκέ που είχα βάλει και ώχρα και έγραφα συνθήματα।
Τι γράφατε τότε στους τοίχους;
Ποιήματα γράφαμε। Εκείνο τον Παλαμά τον είχαμε καταγδάρει। Τι άλλο να γράφαμε; Και μάλιστα κοιτάγαμε να ΄ναι και ορθογραφημένα. Άλλο το «ει» άλλο το «οι». Μην τυχόν και μας πούνε ότι ο ποιητής μας ήταν ανορθόγραφος. Ωραία χρόνια... Να ΄σουνα στην κηδεία του Παλαμά. Όταν ο Σικελιανός απήγγειλε το ποίημα «Ηχήστ΄ οι σάλπιγγες», εμείς τα ξυπόλητα παιδιά σηκωθήκαμε ένα μέτρο απ΄ τη γη. Και ήρθανε δύο Γερμαναράδες για να φέρουν ένα στεφάνι από το Γ΄ Ράιχ. Το καταστρέψαμε μπροστά στα μάτια τους. Μείνανε βουβοί. Τι να πουν;
Εξορία έχεις πάει;
Όχι, μόνο φυλακές। Έκανα στα Γιάννενα, στην Κεφαλονιά, έκανα εδώ στις δικαστικές, με τον φίλο μου τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ।
Γιατί μπήκες μέσα;
Τότε η μισή Ελλάδα ήταν φυλακή। Δεν έκλεβα μπουγάδες, διάολε। Επονίτης ήμουνα. Πήγα να φύγω στην Αλβανία και με αρπάξανε.
Κομμουνιστής ήσουν;
Όχι। Πώς να είσαι ασυμβίβαστος σε μια εποχή που κάθε μέρα επιβάλλει τον συμβιβασμό; Τώρα όλοι μπορούν να είναι μέλη του κόμματος, αλλά για να είσαι κομμουνιστής πρέπει να παλεύεις καθημερινά με τον εαυτό σου।
Στον Στρατό πήγες;
Στον Στρατό με βγάλανε «σχιζοφρενή με κυκλοθυμικές εκδηλώσεις» και μου έδωσαν 45% επικινδυνότητα για τη δημόσια τάξη. Αν μου έδιναν άλλα 5% θα έπαιρνα σύνταξη, αλλά ήταν τσιγκούνηδες.
Πώς να είσαι ασυμβίβαστος σε μια εποχή που κάθε μέρα επιβάλλει τον συμβιβασμό; Τώρα όλοι μπορούν να είναι μέλη του κόμματος, αλλά για να είσαι κομμουνιστής πρέπει να παλεύεις καθημερινά με τον εαυτό σου
Έχεις κάνει πολλές δουλειές έχω μάθει...
Μόνο τον παπά, το χωροφύλακα και τον πολιτικό δεν έχω κάνει।
Δεν σου αρέσουν οι πολιτικοί;
Όλοι είναι τσιμεντόλιθοι, τετράγωνοι, μια κοψιά έχουν।
Θυμάσαι εσύ ποιος ήταν πρωθυπουργός στα χρόνια του Μπετόβεν; Σε ρωτάω, θυμάσαι;
«Η εποχή του Μπετόβεν» λένε, όχι του Φραγκίσκου Β΄.
Τραγουδάς;
Όχι είμαι κλαδευτήρι, μόνο καντάδες στις γυναίκες έκανα.
Χορεύεις όμως...
Και μες στα λεωφορεία, σαν λωλός χορεύω। Συνεννοούμαι με τον χορό με όλες τις νατσιόλες του κόσμου।
Πώς σου φαίνεται σήμερα το Πέραμα;
Καλό είναι μωρέ, τι φταίει το Πέραμα; Έδωσε ζωή σε χιλιάδες αστέγους। Τα σφυριά τότε δεν έφταναν και τώρα είναι άνεργοι। Επιτρέπεται μια κοινωνία ορθολογιστική να έχει ανέργους; Τι είναι η ανεργία; Τσουνάμι είναι; Φυσικό φαινόμενο είναι; Σεισμός είναι;
Όταν γύριζαν το «Ποτέ την Κυριακή» στο Πέραμα, ήσουν εδώ;
Ναι, ερχόταν η Μελινάρα- εγώ τη φώναζα Μαριώ, γιατί ήξερα ότι την έλεγαν Μαριώ।
Είναι αλήθεια ότι έχεις γνωρίσει και τη Σιμόν ντε Μποβουάρ;
Ο φίλος μου ο Θωμάς Παρίσης με φιλοξένησε στο Παρίσι। Ήταν ωραίο αντρόγυνο με τον Σαρτρ। Ανεπανάληπτοι. Η Σιμόν με πίεζε να επισκεφθώ την Αφροδίτη της Μήλου στο Λούβρο. Κι εγώ της απάντησα: «Σιμόν, εγώ θέλω την πραγματική, τι να το κάνω το άγαλμα».
Έχεις διαβάσει Σαρτρ;
Έχω διαβάσει τις «Μύγες», ελληνικό βιβλίο!
Εγώ καταλαβαίνω ότι όσο αγάπησες τις γυναίκες τόσο αγάπησες και τα βιβλία॥
Όπου σε πάει το βιβλίο, δεν σε πάει ούτε το όνειρο ούτε το κύμα। Τώρα διαβάζω «Εξουσία και βασανιστήρια» του Σιμόπουλου। Τι αγριότητα η ανθρωπότητα;
Πού βρίσκεις βιβλία;
Παντού, να με δεις να κλέβω βιβλία θα με θαυμάσεις। Πιάνω συζήτηση με τον βιβλιοπώλη, το βάζω παραμάσχαλα και φεύγω। Όταν έχω λεφτά, του τα πάω। Λέω, σου είχα πάρει ένα βιβλίο... Δεν ξέρεις πόσο επιτήδειος είμαι στο να κλέβω βιβλία, αφού χειροκροτάω μόνος μου. Λέω: μπράβο Μανώλη, εσύ θα πας μπροστά!
Έχεις ακόμα φίλους συγγραφείς;
Με τον Καράβολα τον Διαμαντή έχουμε έναν εκδοτικό οίκο στη Ζωοδόχου Πηγής। Εκδώσαμε τα άπαντα του Δημοσθένη Βουτυρά, ο πιο άγνωστος αλλά ο πιο όμορφος λογοτέχνης. Ο Τεύκτρος Ανθίας έχει γράψει ένα ποίημα για μένα.
«Απόψε η βραδιά είναι καλή
τόσο καλή
μπορείς να πας να κοιμηθείς
σε ένα παγκάκι αλήτη»...
Και ο φίλος μου ο Γαρίδης έγραψε για μένα। Πέθανε। Τώρα γράφει ο Κοφινάς ο Γιώργος. Ένας νεαρός ποιητής.
Συνεχίζεις να κοιμάσαι στα παγκάκια;
Ναι και στα γιοφύρια। Ευτυχώς δεν με βαραίνει η ιδιοκτησία. Δεν νιώθω σαλίγκαρος। Έχω όμως ένα ωραίο παντελόνι। Από τις μπογιές, τα γράσα, τα μίνια έχει γίνει πανοπλία. Το στήνω ολόρθο και σαλτάρω και μπαίνω μέσα, άμα θες, θα στο χαρίσω.
Λεφτά πού βρίσκεις;
Είμαι συνταξιούχους του ΝΑΤ, παίρνω 427 ευρώ। Την πρώτη μέρα είμαι αυτοκράτορας, από τα μέσα του μήνα υποφέρω αξιοπρεπώς αλλά είμαι ο ευτυχέστερος των θνητών। Όλοι οι άλλοι άνθρωποι έχουν έγνοιες.
Τώρα που δεν υπάρχει η ΕΠΟΝ, εσύ με ποιους είσαι;
Αναρχικός είμαι।
Πας ακόμη στα συλλαλητήρια;
Ήμουν και στη Γένοβα το 2001। Πάω και καμαρώνω τις νέες κοπέλες. Οργασμός διεκδικήσεων. Βιβλία, γυναίκες, ταξίδια, ποτά... Μόνο ρετσίνα πίνω. Και θα σου πω ένα μυστικό. Την καλύτερη ρετσίνα την πίνω εκεί που μου τη δίνουν βερεσέ.
«Αξίζει να τσακώνεσαι για μία ιδέα ή για δύο γυναίκες>>
O Κώστας Μουρσελάς γνώρισε τον Μανώλη Αυτιά τη δεκαετία του 1950। Τον πρωτοείδε στην Αγιά Σοφιά να πουλάει βιβλία με δόσεις। Ο Μουρσελάς, ο Βασίλης Καραβίτης, ο Νικήτας Παρίσης, παρέα τότε, εντυπωσιάστηκαν από τον απόφοιτο Δημοτικού। «Αριστερός, πανέξυπνος, περιθωριακός από επιλογή, αιρετικός». Μια μέρα ο Μανώλης, εκεί που τους πουλούσε βιβλία, τους αποκάλυψε ότι παντρεύτηκε. «Μια κοπέλα που μου χρωστούσε πολλές δόσεις, μου είπε "παντρέψου με να πατσίσουμε" και την παντρεύτηκα», τους είπε γελώντας. Και ήταν αλήθεια. «Από τότε ο χαρακτήρας γράφτηκε στο μυαλό μου» θα μου πει ο Μουρσελάς. Και τρεις τέσσερις δεκαετίες αργότερα όταν άρχισε να γράφει τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» αποφάσισε να δώσει τον «πρώτο ρόλο» στον Μανώλη, μόνο που τον βάπτισε Λούη.
-Τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» τα έχεις διαβάσει;
-Ναι, μου τα ΄στειλε στην αρχή ο Κώστας।
Το έργο το έβλεπες;
Όχι, δεν έχω τηλεόραση। Αλλά όταν πήγε να το τραβήξει ο Κουτσομύτης, με κάλεσε γιατί θέλανε οι ηθοποιοί να δούνε σε ποιο πετσί θα μπούνε। Πέσαν τα φλας απάνω μου και ξαφνιάστηκα, άρχισα να κάνω προτάσεις γάμου και ξεκίνησα με τη γυναίκα του Κουτσομύτη. «Θα την παίξουμε στα μαχαίρια», του λέω. Έγινε το έλα να δεις. Έχεις παίξει γυναίκα στα μαχαίρια; Ούτε στα ζάρια. Για τους Χίτες έχω παλέψει, για τις γυναίκες όχι. Αξίζει τον κόπο μωρέ, ο άντρας να τσακώνεται για μία ιδέα ή για δύο γυναίκες.
Γιατί δύο; Μία δεν φτάνει;
Ε, απ΄ την καθεμιά κάτι θα πάρεις। Κοίταξε ανίψι, ο άνθρωπος γενικά είναι πολυγαμικό ζώο। Οι κοινωνικοί θεσμοί τού βάλαν τα δάχτυλα και έβγαλε τα μάτια του.
Ποιες γυναίκες σ΄ άρεσαν πιο πολύ;
Όταν ήμουν μικρός οι ασπρομάλλες, τώρα άρχισαν να μ΄ αρέσουν οι μικρές γυναίκες। Προφανώς γέρασα। Τα ίδια θα πάθεις κι εσύ, μη στενοχωριέσαι. Δεν ξέρω αν είναι μύθος, αλλά όταν ρώτησαν τον Βάρναλη «τελικά δάσκαλε, ποια γυναίκα σ΄ άρεσε;», εκείνος απάντησε: «Η γυναίκα του άλλου, παιδί μου»... Τον Βάρναλη όταν τον στείλανε στον Αϊ-Στράτη με τον Μήτσο Γληνό αλυσοδεμένους, τον κατσάδιαζε ο Μήτσος γιατί κοίταζε τις κοπελούδες. «Πολιτικοί εξόριστοι είμαστε, θα γίνουμε ρεζίλι». Ύστερα τους ξεχώρισαν και τους δέσανε με κάτι χασικλήδες, «για να πηγαίνουν ίσα, η λευτεριά με τα χασίσια».
Πόσες γυναίκες αγάπησες;
Όλες। Αν βρεθεί καμία και να κάνει παράπονο, θα πάω να κρεμαστώ στο άλμπουρο।
Και τις πρόδωσες;
Δεν τις πρόδωσα ποτέ। Μια μέρα πήρα από πίσω μια κοπελάρα। Μπήκε στο λεωφορείο. Κατέβηκε σε μια στάση. Ε, για να μη με περάσει για κολλιτσίδα κατέβηκα στην επόμενη. Πισωγύρισα, έτρεξα και είδα που μπήκε σε ένα σπίτι, περίμενα να βγει, ώσπου πέρασε ένα αυτοκίνητο και την πήρε. Όμως ήταν αργά και τα λεωφορεία είχαν σταματήσει και εγώ ήμουν στα Σούρμενα. Το ξημέρωμα έφτασα με τα πόδια στο Πέραμα.
Έκλαψες;
Ε, άμα δεν σε θέλουν οι γυναίκες πικραίνεσαι। Τέλος πάντων, ας είναι ευλογημένες। Κι η πίκρα τους ευπρόσδεκτη είναι. Δεν χορταίνονται οι αφιλότιμες.
Εντάξει μην παραπονιέσαι τώρα, καλά πέρασες;
Ναι, αλλά όλα τα μέλη του σώματος γερνάνε। Τα μάτια, τα αυτιά, τα ποδάρια, όλα... Η καρδιά όμως δεν γερνάει. Και αυτή είναι η τιμωρία μας. Περνάω έξω από τα λύκεια και κόβονται τα γόνατά μου. Αλλά μόνο η καρδιά η αφιλότιμη συνεχίζει να χτυπάει.