Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Α. Γαλανός: ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΤΑΙ ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ κ. ΑΛΕΞΗ ΓΑΛΑΝΟΥ στο ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ - Κυριακή 22 Μαρτίου 2009, Προφήτης Ηλίας Ακρωτηρίου «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπήρξεν από εκείνας τας εκλεκτάς και προνομοιούχους φύσεις τας οποίας ο Θεός, χαριζόμενος εις τα έθνη, αποστέλλει από καιρού εις καιρόν ως οδηγούς και συναντιλήπτορας το Έθνος», έγραφε τον Μάρτιο του 1936 η εφημερίδα ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. Το αλγεινόν άγγελμα του θανάτου του μεγαλώνυμου Έλληνος πολιτικού, βύθισε είς πένθος βαθύ, «το Ελληνικόν Κράτος και πάσαν Ελληνική γη και χώρα και τον καθ’ άπασαν την υφήλιο εγκατεσπαρμένο ελληνικό κόσμο». Κυρίες και κύριοι, Φίλες και φίλοι, Τιμούμε σήμερα το Κρητικό Μεγαλείο. Τιμούμε τη μνήμη του Ελευθέριου Βενιζέλου. Του φιλελεύθερου επαναστάτη, του ριζοσπάστη μεταρρυθμιστή, του πατριώτη, του μακρόπνοου οραματιστή αλλά και ρεαλιστή Ευρωπαίου διπλωμάτη, που υπηρέτησε με συνέπεια και ευελιξία τα συμφέροντα της Ελλάδος και του Έθνους. Τιμούμε τη μνήμη ενός ηγέτη, που ακόμη και οι φανατικότεροι πολιτικοί του αντίπαλοι, τον αναγνώριζαν ως «τον διπλωματικότερο των πολιτικών και τον πολιτικώτερον των διπλωματών της νεωτέρας Ελλάδος». Ενός ηγέτη ο οποίος σημάδεψε όσο κανένας άλλος πολιτικός τη σύγχρονη ιστορία του Ελληνισμού. «Δεν υπάρχει πτυχή αυτής, υπό την οποίαν να μην ανευρίσκεται η φυσιογνωμία του Κρητός πολιτικού», έγραφε μια άλλη κυπριακή εφημερίδα, η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στις 21 Μαρτίου του ’36. «Και εν συζυγία και εν διαζυγίω προς την εξουσίαν, και νομιμόφρων και επαναστάτης, και πολιτευόμενος και απέχων της πολιτικής, και εν Ελλάδι βιών και εις την ξένην εθελουσίως ή καταναγκαστικώς προσφεύγων, δεν κατηύθυνε μόνον το κόμμα το οποίον ίδρυσεν άμα τη εις Ελλάδα αφίξει του το 1910, αλλά κατηύθυνε και επηρέαζεν την όλην πολιτικήν ζωήν της χώρας εν παντί και αδιαλείπτως». Τιμούμε μαζί, τη μνήμη του δευτερότοκου υιού του, Σοφοκλή Βενιζέλου. Ενός έξοχου αξιωματικού και αγνού πατριώτη, που πολέμησε στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, πήρε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και υπερασπίστηκε την υπόθεση της Μεγάλης Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Ενός επιδέξιου διπλωμάτη, που χειρίστηκε με ικανότητα την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ενός στενού συνεργάτη του Γεωργίου Παπανδρέου, ανθρώπου τίμιου και εκλεκτού που χάθηκε στα πιο καθοριστικά μετααποικιακά χρόνια της νεαρής τότε Κυπριακής Πολιτείας. Φίλες και φίλοι, Η πρόσκληση του Δήμου Χανιών και του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος», να είμαι ομιλητής στο φετινό πολιτικό μνημόσυνο των δύο εκλεκτών τέκνων της Κρήτης και του Ελληνισμού, με γεμίζει συγκίνηση και περηφάνια. Αποτελεί για μένα προσωπικά, ως Δήμαρχο Αμμοχώστου, για τη σκλαβωμένη πόλη μου, αλλά και για το σύνολο του προσφυγικού κόσμου της Κύπρου, μεγάλη τιμή, αλλά και αναγνώριση ενός αγώνα που συνεχίζεται αναφορικά με εθνικά διακυβεύματα. Τιμή, αλλά και βαριά ευθύνη. Να εκφραστείς, να βάλεις τις σκέψεις και τις λέξεις στη σειρά, να τιθασεύσεις τη συγκίνηση που σε κυριεύει και να πεις αυτά που πρέπει και αυτά που αρμόζουν για τον μεγάλο αυτό πολιτικό άνδρα και προπαντός να αποφύγεις τον πειρασμό να καθρεφτιστείς στο Μεγαλείο του Ανδρός ή να δικαιώσεις πολιτικές επιλογές, αντλώντας επιλεκτικά από την πολυσχιδή δραστηριότητα και το έργο του Βενιζέλου. Τιμή, αλλά και αφόρητα βαριά ευθύνη, να εξηγήσει κάποιος στον αρχιτέκτονα της Μεγάλης Ελλάδας, στον πολιτικό που μπορούσε να διακρίνει το εφικτό από το ευκταίο, γιατί η Κύπρος, αντί ενωμένη με την Ελλάδα, όπως ήταν και η δική του φιλοδοξία και όραμα, βρίσκεται εδώ και 35 σχεδόν χρόνια κάτω από συνθήκες ημικατοχής. Να αναλογιστείς γιατί δεν διδαχθήκαμε από το δικό του μεγαλείο και γιατί δεν αντλήσαμε τα ιστορικά διδάγματα που μας άφησε ως πολύτιμη παρακαταθήκη. Γιατί δεν μάθαμε από τα χρόνια εκείνα των Βαλκανικών Πολέμων, που υπερδιπλασιάστηκε η Ελλάδα, που χάθηκε αργότερα η Σμύρνη και η Μικρά Ασία, αλλά σώθηκε η Θεσσαλονίκη. Γιατί δεν μάθαμε την αξία της τόλμης και οξυδέρκειας στη νίκη, αλλά και τη σωστή διαχείριση και τον πραγματισμό την ώρα της ήττας, που άλλοι δυστυχώς προκάλεσαν. Κρήτη και Κύπρος, Κύπρος και Κρήτη, κοιτίδες πανάρχαιου ελληνικού πολιτισμού, καλούμαστε σήμερα να διακόψουμε για λίγο την ενασχόλησή μας με τα καθημερινά και τα τρέχοντα και να ανατρέξουμε στην ιστορία. Να προβληματιστούμε για τη σχέση μας μαζί της και να διαπιστώσουμε για μιαν ακόμη φορά, δυστυχώς εκ των υστέρων, πως το μέλλον βρίσκεται μέσα στο παρελθόν. Αναβαπτιζόμαστε στους Μύθους και τους Θρύλους των παιδικών μας χρόνων, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κρήτη ήταν ο φωτεινός φάρος που καθοδηγούσε τα όνειρα, τους πόθους και τα εθνικά οράματα στη δική μας Μεγαλόνησο. Η Κρήτη κέρδισε την ελευθερία της, γιατί ευτύχησε στα χρόνια της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να έχει οδηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η Κύπρος έδωσε το δικό της ένδοξο αγώνα για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού. Οι νέοι της ΕΟΚΑ έδωσαν μαθήματα ηρωισμού και παλικαριάς και πέτυχαν καίρια πλήγματα στην πανίσχυρη αποικιοκρατική δύναμη και στο γόητρό της. Βρεθήκαμε, όμως, αντιμέτωποι με την εκδικητικότητα των Βρετανών και την πολιτική του Διαίρει και Βασίλευε, αλλά και μιαν Τουρκία ανανεωμένη στο πρότυπο που δημιούργησε ο Κεμάλ, διεκδικητική και επιθετική σε βάρος ολόκληρου του Ελληνισμού, με αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο και με ανάλογο θράσος. Βρεθήκαμε, δυστυχώς το 1974, μπροστά στο πραξικόπημα αφρόνων, παραφρόνων και επίορκων στρατιωτικών που άνοιξαν την κερκόπορτα στον Αττίλα για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Η λύση που σήμερα επιχειρείται για να απαλλαγεί η Κύπρος από την παρουσία του τουρκικού στρατού, είναι ένας συμβιβασμός Ιστορίας και Γεωγραφίας, όπου η Ιστορία δεν θα επιτρέψει στη Γεωγραφία να διχοτομήσει την Κύπρο, όπου ο Κυπριακός Ελληνισμός θα μπορέσει να επιβιώσει ως το κύριο συνιστών στοιχείο, στο πλαίσιο μιας δίκαιης και βιώσιμης ομοσπονδιακής λύσης. Και λέγω «επιχειρείται» και όχι «προσφέρεται», γιατί αντιμετωπίζουμε μια Τουρκία αδιάλλακτη, που διαπραγματεύεται με την Ευρώπη συμπεριφερόμενη περίπου ως Ήπειρος και όχι ως αιτήτρια χώρα. (σ।σ। και μία Κυπριακή κυβέρνηση που κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως η Κυβέρνηση της Μεγάλης Προδοσίας) Φίλες και φίλοι, Η ιστορική μελέτη του Βενιζέλου και της εποχής του είναι γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο ιδιαίτερα σημαντική. Γιατί καταδεικνύει με τον πλέον πειστικό τρόπο, το εύρος των επιτευγμάτων που ένα έθνος μπορεί να επιτύχει, όταν ενώνει τις δυνάμεις του για την εκπλήρωση ενός κοινού σκοπού και οράματος και όταν πιστεύει στον ιστορικό προορισμό του και ενώνει το παρελθόν με το μέλλον. Καταδεικνύει όμως και την τραγωδία που νομοτελειακά επέρχεται, όταν προκρίνονται των εθνικών στόχων, η διχόνοια και τα επιμέρους μικροσυμφέροντα και σκοπιμότητες, ή ακόμα, ο «κίτρινος Τύπος», όπως θα έλεγε ο ίδιος. Με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης από τα πάθη και τον διχασμό που σημάδεψαν την περίοδο που έζησε και μεγαλούργησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η ιστορία έχει ήδη παραδώσει γι’ αυτόν την ετυμηγορία της. Αναδεικνύει και αναγνωρίζει το μέγεθος του πολιτικού ηγέτη που συνέλαβε και πραγματοποίησε το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης και του εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους και των θεσμών του, που ανύψωσε το διεθνές κύρος της χώρας και που σχεδίασε και υλοποίησε μία αληθινή εθνική αναγέννηση. Του ηγέτη που έδωσε δύναμη και αυτοπεποίθηση στη φτωχή, ηττημένη και ταπεινωμένη Ελλάδα των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Που μετουσίωσε στο χρόνο το μεγαλείο του αρχαίου Έλληνα και τον λόγο ενός Περικλή, σε δόξα του νεοέλληνα και στην αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της φυλής. Προικισμένος με σπάνιο πολιτικό αισθητήριο και με βαθιά γνώση και συναίσθηση των διεθνών συγκυριών, ο Βενιζέλος είχε αναγάγει σε σταθερό δόγμα της εξωτερικής του πολιτικής την αναγκαία σύμπτωση των συμφερόντων της Ελλάδος με εκείνα των δυνάμεων των οποίων η στήριξη ή η υπεράσπιση ήταν απαραίτητη για την προώθηση των στόχων και των εκάστοτε επιδιώξεών της. Η αντίληψη αυτή αντανακλάται χαρακτηριστικά και στη στάση του επί του Κυπριακού. Ο Κρητικός πολιτικός είχε την ικανότητα να γίνεται επαναστάτης αλλά και να προσαρμόζεται στις περιστάσεις. Έτσι το 1901 θα τονίσει ότι «η πραγματοποίησις των εθνικών μας πόθων δεν εξαρτάται τόσον εκ των ιδικών μας πράξεων, όσον από την συνδρομήν των διεθνών περιστάσεων, αίτινες διαφεύγουν της ιδικής μας επιρροής». Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος συζήτησε με τους Βρετανούς την ανταλλαγή ή την παραχώρηση της Κύπρου από το 1912, και ως θριαμβευτής στο πολεμικό και διπλωματικό πεδίο δημιούργησε και υπέβαλε υψηλές προσδοκίες στους Κυπρίους για ένωση της νήσου με την Ελλάδα, το 1913 και το 1918. Ήταν όμως και ο πρώτος και ουσιαστικά ο μόνος πολιτικός του μητροπολιτικού κέντρου που δεν δίστασε να καταδικάσει, μάλιστα με βαριές εκφράσεις, την οκτωβριανή κυπριακή εξέγερση του 1931, σε αντίθεση με το αίσθημα της κοινής γνώμης και τις κυπριακές ελπίδες. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν το ίδιο μεγάλος, όταν διαπραγματευόταν με την πλευρά των νικητών τη Συνθήκη των Σεβρών και όταν ως εκπρόσωπος της νικημένης Ελλάδας διαπραγματευόταν τη Συνθήκη της Λωζάνης. Και στις δύο περιπτώσεις, πέτυχε το καλύτερο για το Έθνος, επιστρατεύοντας τη διπλωματική του δεινότητα που ξεπερνούσε τα στενά όρια της πατρίδας μας και αναγνωριζόταν από ξένους ηγέτες, όπως ο Γουίλσον, ο Κλεμανσό, ο Λόιντ Τζορτζ. Αλλά και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος έγραψε ότι οι προσωπικές ικανότητες του Βενιζέλου, «το γόητρό του, οι περίφημες υπηρεσίες που προσέφερε στους Συμμάχους, τού εξασφάλισαν μία θέση σχεδόν ισότητας με τους ηγέτες των σπουδαιότερων νικητριών χωρών και μαζί του η χώρα ανέβηκε σε ιλιγγιώδη ύψη και ατένιζε εκθαμβωτικούς ορίζοντες». Κυρίες και κύριοι, Φίλες και φίλοι, Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, ο ελληνισμός αισθάνεται το κενό της απουσίας ενός ηγέτη του εκτοπίσματος και της οξύνοιας του Ελευθέριου Βενιζέλου. Γιατί ακριβώς αυτό που διαπραγματευόμαστε στο Κυπριακό εδώ και 35 χρόνια, είναι μια νέα ήττα του Έθνους στη Μεγαλόνησο Κύπρο. Μιαν ήττα στην οποία οδήγησε ο τουρκικός επεκτατισμός, αλλά και τα δικά μας λάθη, μίση και πάθη. Μιαν ήττα την οποία επέφερε ο εθνικός διχασμός και η αδυναμία ορθής στάθμισης διεθνών συγκυριών και δεδομένων. Είναι η μοίρα μας, δυστυχώς, να αποδεικνύουμε πολλές φορές την Ελληνικότητά μας, διά των ελαττωμάτων μας και ουχί διά των αρετών μας. Η Ελλάδα και η Κύπρος σήμερα, μπροστά σε μια μεγάλη κρίση αρχών και αξιών, μπροστά σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αποπνικτικής διαφθοράς και έλλειψης οραμάτων για τους νέους και μπροστά σε μια παγκόσμια οικονομική κρίση πρωτοφανών διαστάσεων, καλούνται να αναδείξουν αρετές που τώρα υπνώττουν, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε και να σταθούμε πιο ψηλά από τη μοίρα μας ακόμα μια φορά. Χρειαζόμαστε ένα νέο συλλογικό όραμα. Μακριά από παρορμήσεις και συνθήματα. Μακριά από εσωστρέφειες και αυτάρεσκες περιχαρακώσεις που οδηγούν σε απομονωτισμό. Χρειαζόμαστε ενότητα των δυνάμεων του Έθνους και χάραξη κοινής στρατηγικής, μέσα στα νέα δεδομένα και ευκαιρίες που προσφέρει η ενωμένη Ευρώπη. Χρειαζόμαστε πίστη σε αρχές, διεκδικητικότητα, αλλά και ευελιξία και ρεαλισμό. Χρειαζόμαστε ένα ταξίδι αυτογνωσίας πίσω στις ρίζες και τις καταβολές μας. Η επίτευξη του στρατηγικού στόχου της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μεγαλύτερη πολιτική και διπλωματική επιτυχία του Ελληνισμού μετά την εθνική τραγωδία του 1974, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη των αποτελεσμάτων που μπορούμε να επιτύχουμε όταν έχουμε όραμα, στόχο, σχέδιο και εργαζόμαστε σκληρά και μεθοδικά για την επίτευξή του. Όταν πορευόμαστε με τη φορά του ανέμου και όχι μόνοι κόντρα σ’ αυτήν. Δεν έχουμε περιθώρια για άλλα λάθη. Εδώ και 35 σχεδόν χρόνια, ατενίζουμε από μακριά την αγαπημένη μας Αμμόχωστο, μια πόλη νεκρή-φάντασμα, προσπαθώντας να συλλάβουμε τον παραλογισμό της διεθνούς πολιτικής και διπλωματικής υποκρισίας. Μια πόλη που αποτέλεσε παράδειγμα πνευματικής αναγέννησης, ιστορικής κληρονομιάς και οικονομικής ανάπτυξης, παραμένει σήμερα βουβή, σκλαβωμένη πίσω από συρματοπλέγματα ντροπής, χωρίς κανένας να ορθώνει τη φωνή του για αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Η Τουρκία, την ίδια ώρα που διεκδικεί μια θέση στον ευρωπαϊκό πολιτισμένο κόσμο, επιμένει να κρατά την Αμμόχωστο, αλλά και την Κερύνεια, τη Μόρφου, την Καρπασία και τα άλλα κατεχόμενα εδάφη μας, με τη δύναμη των όπλων, ως λάφυρα πολέμου. Οφείλουμε να στηλιτεύσουμε την υποκρισία και την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών και να μην πούμε «τετέλεσται». Αν θέλουμε να λέμε ότι είμαστε μέλη μιας κοινής ευρωπαϊκής οικογένειας, οφείλουμε όλα τα κράτη-μέλη και όλοι οι πολίτες, να μοιραζόμαστε και να απολαμβάνουμε τις ίδιες αρχές και αξίες που συνθέτουν το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Έχουμε εθνική υποχρέωση να αναδείξουμε ξανά τις δίκαιες και πανανθρώπινες διεκδικήσεις μας, αν δεν θέλουμε να βρεθούμε μπροστά σε μια νέα Αλεξανδρέττα: Την επιστροφή στην κατεχόμενη γη μας, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών. Κι αν «το πράγμα δεν πάει παρακάτω;», οφείλουμε να εγείρουμε μαζί με την Ελλάδα ένα ξεκάθαρο βέτο στην πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Για να μην μετατραπούμε τελικά σε αυτόχειρες και για να δοθεί επιτέλους ένα τέλος στην αποενοχοποίηση της Άγκυρας. Φίλες και φίλοι, Τιμούμε σήμερα τον δάσκαλο Ελευθέριο Βενιζέλο. «Ημπορώ να σας διαβεβαιώσω -έλεγε στα στελέχη του κόμματός του το 1930 ο άνθρωπος που διάβαζε, μετέφραζε και απέδιδε τέλεια Θουκυδίδη- ότι θα εμετριάζετο κατά μέγα μέρος ο ενθουσιασμός με τον οποίον ασκώ την αρχήν, αν δεν με ενέπνεεν η συναίσθησις ότι, πλην των άλλων υπηρεσιών που προσφέρω εις την χώραν, προσφέρω και ταύτην την σπουδαιοτάτην: ότι δίδω προς τους νέους πολιτικούς άνδρας το παράδειγμα ότι η οδός διά της οποίας ημπορεί να αποκτήση κανείς την λαϊκήν εμπιστοσύνην δεν είναι η οδός της κολακείας των παθών ή των πλανών του λαού, αλλ’ η οδός της διηνεκούς αυτού διαπαιδαγωγήσεως διά της αληθείας, την οποίαν πρέπει πάντοτε να του λέγει ο πολιτικός, οσονδήποτε πικρά κι αν είναι». «Έργον των πολιτικών ανδρών -έλεγε συχνά- πρέπει να είναι η αλήθεια, έστω και πικρά, και η υποχρέωσις αυτών να σπεύδουν εις εγκατάλειψιν της αρχής, μόλις υποπτεύσουν ότι θα ευρεθούν εις την ανάγκην να θυσιάσουν το πρόγραμμά των». Το 1916, όταν οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν πως δεν στήριζε την πολιτική του σε εδραία λογικά επιχειρήματα, -διότι τότε θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν μαθηματικά αδύνατο να νικήσουν οι Αγγλογάλλοι- αλλά σε φαντασιοπληξίες, τους απαντούσε ότι βεβαίως, στην πολιτική, και η λογική είναι απαραίτητη, αλλά η πιο μεγάλη αρετή του πολιτικού ανδρός είναι η φαντασία. «Ο πολιτικός ανήρ», έλεγε, «οφείλει να έχη πάντοτε το θάρρος των γνωμών του, μηδέποτε θυσιάζων αυτάς διά να γίνεται αρεστός προς τα άνω ή προς τα κάτω». Η μεγαλύτερη τιμή και το καλύτερο μνημόσυνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να δώσουμε την υπόσχεση ότι πάντα θα προσπαθούμε για το καλό και την πρόοδο αυτού του τόπου. Για την προκοπή της Ελλάδος, αλλά και του απανταχού της γης Ελληνισμού. Κυρίες και κύριοι, Αδέλφια της Κρήτης, Από τις κορφές του Ψηλορείτη, βγαλμένο από την ηρωική και αιματοβαμμένη ιστορία σας, μάς στέλνετε το μήνυμα: Ότι «Λαός που την παράδοση ξεχνά και δεν θυμάται, στο λήθαργο του μαρασμού παντοτινά κοιμάται» Κι εμείς, ταπεινοί προσκυνητές, νοσταλγοί του ονείρου της Φυλής, αγωνιστές επιστροφής σε πάτρια εδάφη, αντιλαλούμε -με τους στίχους του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, από τις κορφές του σταυρωμένου Πενταδάκτυλου μέχρι το ιστορικό Λευκόνοικο, γενέτειρα του ποιητή- τη δική μας υπόσχεση και δέσμευση: Ότι «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου…». Ότι «Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη».