Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Κυριακή, 14 Ιουλίου 1974


Την θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Ήταν μια ζεστή, καυτή Κυριακή. Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες του Καλοκαιριού της Κύπρου.
Τα τζιτζίκια είχαν πιάσει τον αμανέ από νωρίς τα ξημερώματα. Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό, κρύβοντας από τους υποψιασμένους-ανυποψίαστους μεροκαματιάρηδες, όσα λέγονταν και γράφονταν σε επιστολές υψηλών προσώπων τις προηγούμενες ημέρες.

Στις αυλές ξεμύτισαν τα νιάνιαρα και οι μανάδες έτρεχαν να τα μαζέψουν, να τα ντύσουν για την εκκλησία. Όσο κι αν ακούγεται σήμερα «παρωχημένο» στην Κύπρο του 1974, οι εκκλησιές γέμιζαν κάθε Κυριακή. Σχεδόν κανείς δεν έλεγε να λείψει από τον όρθρο. Μόνον «ασθενείς και οδοιπόροι» και όσοι δούλευαν τις νύχτες…

Οι καμπάνες κτύπησαν με την «Απόλυση» στις 10.00 το πρωί. Όταν θα κτυπούσαν ξανά, θα ήταν για κάποιο γάμο, για κανένα βαφτίσι, που θα γινόταν την ίδια μέρα.

Κυριακή 14 Ιουλίου, 1974. Χαρά Θεού.

- Θα πάμε για μπάνιο;

- Ναίεεεεεε! Οι χαρούμενες φωνές στην αυλή αντήχησαν ως τα διπλανά σπίτια. Αν ήταν δυνατόν, να χάσουμε το Κυριακάτικό μας μπάνιο στην Κερύνεια.

Μέσα σε 30 λεπτά βρισκόμασταν στον δρόμο. Πιτσιρικάκια, παιδιά, με προσμονή για το απέραντο, υπέροχο γαλάζιο.

Τα βράχια της Κερύνειας ήταν κάθε Κυριακή εκεί. Απόλαυση να γλιστράς από τη λεία επιφάνειά τους μέσα στο πεντακάθαρο, δροσερό νερό. Ώρες ατελείωτες με παιχνίδια, πειράγματα, οικογενειακές στιγμές, χαρούμενες, ξένοιαστες… Ποιος να το έλεγε πως ήταν εκείνα τα σπαρταριστά γέλια και τα χαμόγελα, τα τελευταία του χρόνου. Και των επόμενων!

Κι ύστερα, ο Πενταδάκτυλος μας περίμενε να μας φιλοξενήσει στη σκιερή του αγκαλιά. Να μας δροσίσει στις πηγές του.

- Βάλε το καρπούζι και τις μπύρες στη πηγή. Βάλε και τα φρούτα, να κρατηθούν δροσερά.

- Σαλάτες, φαγητό, παιχνίδι και πάλι παιχνίδι. Και πειράγματα και καινούρια γέλια και τραγούδια… Τα τελευταία χαρούμενα τραγούδια του χρόνου. Και των επόμενων…

Δύο η ώρα το μεσημέρι και στο ραδιόφωνο η εκπομπή «Πρώτα με την αγάπη σας» παρουσιάζει το «τοπ-τεν» των Ελληνικών και ξένων τραγουδιών της εποχής. Πάριος, Βοσκόπουλος, Πουλόπουλος, Καλατζής, Κόκοτας, Νταλάρας, Μαρινέλα… Και το «waterloo» συνεχίζει να κρατά την πρώτη θέση από τη Γιουροβίζιον του Μάιου.

Η μουσική σμίγει με των τζιτζικιών τις φωνές, τα κελαηδίσματα των πουλιών και χάνεται μέσα στις φυλλωσιές των πεύκων και των κυπαρισσιών. Των ίδιων δέντρων που λίγες ώρες μετά, θα γίνονταν μάρτυρες μιας ανείπωτης τραγωδίας.

Πέντε η ώρα το απόγευμα: «Δεν τα μαζεύετε παιδιά; Έχουμε δύο γάμους απόψε».

Πως γινόταν και στην Κύπρο των 500.000 ανθρώπων, είχαμε κάθε Κυριακή ένα με δύο ή και τρεις γάμους… Εκεί τότε – όπως και σήμερα - οι άνθρωποι ήσαν δεμένοι μεταξύ τους, με δυνατούς φιλικούς δεσμούς. Ακόμα και μία λίρα να έβαζε κάποιος σε φακελάκι για το νέο ζευγάρι, ήταν ευπρόσδεκτο δώρο. Δεν έπρεπε όμως να λείψει κανείς από την εκκλησία και πολύ περισσότερο από το γλέντι που θα ακολουθούσε. Αυτό ήταν προσβολή!

Τα πιάτα με τα ψητά αρνιά, τα κατσίκια, τις πατάτες και τις σαλάτες γέμιζαν και ξαναγέμιζαν. Οι στενοί φίλοι και οι συγγενείς του ζευγαριού αναλάμβαναν χρέη σερβιτόρων. Οι μπύρες και τα αναψυκτικά έβγαιναν μέσα από την γεμάτη με πάγο μπανιέρα και τα βαρέλια και γέμιζαν τα τραπέζια.

Η ζωντανή μουσική από τρεις ή και τέσσερις καλλιτέχνες, έδινε το τέμπο σε μια προχειροφτιαγμένη από μπετόν στρογγυλή πίστα στην αυλή του ζευγαριού. Μικροί και μεγάλοι στροβιλίζονταν στους ήχους του βιολιού, του μπουζουκιού, του μαντολίνου και των ντραμς ως τα ξημερώματα. Και το φλερτ μεταξύ γνωστών και αγνώστων κοριτσιών και αγοριών έπαιρνε φωτιά. Οι γάμοι στην Κύπρο του 1974, ήταν τα καλύτερα δρώμενα, ώστε να γίνουν γνωριμίες και να δημιουργηθούν ειδύλλια και να ακολουθήσουν νέοι γάμοι, νέα ζευγάρια, νέες οικογένειες.

Δυο γάμοι! Δυο γλέντια! Πώς να προφτάσεις να τους ικανοποιήσεις όλους;

- Μα γιατί φεύγετε; Ακούστηκε το παράπονο του Νίκου και της Μαρίας στις 9.30 το βράδυ.

- Έχουμε κι άλλο γάμο. Πρέπει να πάμε κι εκεί…

Κούνησαν με κατανόηση το κεφάλι οι νιόπαντροι. Έσφιξαν με ζεστασιά τα χέρια των καλεσμένων τους. Ευχαρίστησαν εγκάρδια για την παρουσία τους στην μεγαλύτερη χαρά της ζωής τους. Και μας έδωσαν ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα για να τα πούνε με τους γονείς μας, με την …ησυχία τους!

Ποια ησυχία; Χάθηκε ο Νίκος, όπως χάθηκε και ο Κώστας, ο επόμενος γαμπρός της βραδιάς. Οι νύφες έμειναν να περιμένουν στη νυφική παστάδα. Ακόμα περιμένουν!

Όταν ξημέρωσε η επόμενη εβδομάδα, ήταν η εβδομάδα της προδοσίας, του διχασμού, του αλληλοσπαραγμού. Και η επόμενη, ήταν η εβδομάδα του ξεριζωμού, της προσφυγιάς, της διχοτόμησης, του ξεκληρίσματος, της ορφάνιας.

Ξημέρωσε 15η Ιουλίου 1974! Που να μην ξημέρωνε στην Κύπρο ποτέ!