Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΤΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Η 17ΧΡΟΝΗ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

"...Σφάξε μας ούλους τζι' ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια"
.

(Από το έπος του Βασίλη Μιχαηλίδη "(9η Ιουλίου 1821)

Σαν ασπροπλούµι καρπασίτικο βαμμένο κόκκινο, ανέγγιχτο κόκκινο, ριγμένο ανάερα στο χθαμαλό χόρτο στο δρόμο προς Αμμόχωστο, σειούνται οι παπαρούνες. Ριζωμένες αυτές, αιώνια θαρρείς, στο χώμα που τις έθρεψε, τις χαίρονταν τότε η αδικοχαμένη Αντρούλα, με το ολοφώτεινο πρόσωπο και το καθάριο βλέµµα. Μαγγανοπήγαδο η μνήμη…

Μια ζωή, τριάντα πέντε χρόνια τώρα, αναμοχλεύει τις ίδιες φουρτούνες σα να ‘ταν χθες.

Πήγαινε τότε η Αντρούλα στο Γυμνάσιο Αμμοχώστου. Η  Ταύρου, το χωριό της, είχε µόνο Δημοτικό. Φημισμένα τα Γυμνάσια της Αμμοχώστου, με δασκάλους άριστους και χιλιάδες μαθητές.  Κι ανάμεσα στις χιλιάδες ορθώναν καθημερινά μπροστά τους λεβέντικα τις ψυχές τους ο αετός ο Αυξεντίου, ο Κυριάκος Μάτσης, ο σημαιοφόρος τους ο Πετράκης Γιάλλουρος κι άλλοι κι άλλοι, που σταθήκαν στο χρέος ορθοί.  Κι ένιωθαν οι μαθητές την καρδιά του Ελληνισμού να χτυπά στις φλέβες τους, σαν ανέβαζαν αρχαίες τραγωδίες.  Κι έδιναν μυστικό τον όρκο μέσα τους, πως όσο μικρός είν’ ο τόπος τους, τόσο μεγάλη θα φανεί η ψυχή τους.


Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Ταύρου, η Αντρούλα είχε ζυμωθεί παράξενα με τον ήρεμο δυναμισμό του τόπου της.  Η Ταύρου, δίπλα στο δρόμο Αμμοχώστου-Γιαλούσας να κοιτά κατά τη θάλασσα, σε ταξίδευε ποιητάρικα με τους δυο πετρωμένους ταύρους της στο στάβλο εκείνο κοντά στην εκκλησιά και με την ήσυχη ζωή της.  Απλές κι απέριττες οι αυλές, λίγα δεντράκια, σπιτάκια πέτρινα δίπατα με ηλιακό* μεγάλο, αραιοχτισμένα έτσι, που το χωριό να σβήνει απαλά στους αγρούς. Σιτάρια αδελφωμένα με χαρουπιές και καπνά, φορτωμένες ελίτσες, αγριοτερατσιές** και σιταρόχρωμοι αόρατοι, πρόβατα και κοτούλες, αυτός ήταν ο κόσμος της Ταύρου.

 Κι ένας µόνο Τουρκοκύπριος αστυνομικός, να μαθαίνει στο μικρό Σωτήρη λίγα τουρκικά.

Δέκα παιδιά είχαν η κυρά-Ελένη κι ο κυρ-Γιάννης. Κι η Άντρη τους, δεύτερη από τις κόρες, εύρημα ακριβό της γης, χαμογελούσε κι έφερνε τον ήλιο στο σπιτικό τους. Ήταν αυτός ο ίδιος ήλιος που αυλάκωνε βαθύτερα το μέτωπο του πατέρα ολημερίς στα κτήματα, σαν έσκυβε να κρυφομιλήσει στη γη, να τη μερώσει, να του δώσει χρυσό τον καρπό της, τόσα στόματα που τον περίμεναν πίσω.  Κι ήταν τα χέρια του ροζιασμένα, γεμάτα κόμπους σαν τη γέρικη βελανιδιά, όταν τα νεκροφίλησαν εκείνο το Μάιο.

Δεν ξανάδε ο ήλιος τη μάνα χωρίς το μαύρο τσεμπέρι της δεμένο γύρο στο κεφάλι. Μα δεν της έλειψε και το χαμόγελο της εγκαρτέρησης.  Γεροδεμένο σκαρί, θα ‘ταν τώρα αυτή ο στύλος του σπιτιού.  Κι αποκούμπι της τα μεγάλα αγόρια.  Οι μέρες που διάβαιναν ήταν πονηρές.

Ετοιμάζονταν πια για το πανηγύρι στο ξωκλήσι της Αγια-Παρασκευής, (σ.σ. 26 Ιουλίου)  όταν τους ήρθε οδυνηρό το μαντάτο· τουρκική απόβαση στην Κερύνεια. Φουρτούνιασε n θάλασσα και ξέβρασε μολύβι και θάνατο. Η ψυχή τους κόπηκε στα δυο. Οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι της οικογένειας παρουσιάστηκαν σε μονάδες της Εθνικής Φρουράς κι απέμεινε στο σπίτι n μάνα με τις πέντε θυγατέρες και τα δυο μικρά αγόρια. 

Είχαν αρχίσει οι Παρακλήσεις της Παναγίας. Δοκίμασε n μάνα να φύγουν απ’ το χωριό, μα τους γύρισαν πίσω οι δικοί, υποτιμώντας τον κίνδυνο.   Και σαν έσπασε n γραμμή της Μιας Μηλιάς***, εγκλωβίστηκαν στην Ταύρου από χιλιάδες στρατού, γέροντες όλοι και γυναικόπαιδα.

21 Αυγούστου 1974. Νύχτα. Τούρκοι στρατιώτες φτάνουν στο σπίτι της κυρά-Ελένης. Να πειράξουν**** τις κόρες της θέλουν. Τό ‘ξερε n μάνα. Όλοι τό ‘ξεραν. Τέτοιος γίνεται ο άνθρωπος, όταν λείπει ο φόβος του Θεού.  Τέτοιος ήταν ο πολιτισμός των γειτόνων.  Κι είχαν ντύσει όλες τις νιες με ρούχα γεροντισσών και τις φύλαγαν καλά στα σπίτια. Θεριό n μάνα στην πόρτα. Πάνοπλοι οι Τούρκοι. Προτάσσουν τα όπλα.  Δεν κάμπτεται n μάνα.  Φωνάζει. Τους σπρώχνει μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της. Μία εναντίον πολλών. Άοπλη εναντίον πάνοπλων.  Γυναίκα αυτή, στρατιώτες εκείνοι. Κι έφυγαν οι Αττίλες ηττημένοι στο σκοτάδι της νύχτας.

22 Αυγούστου. Πρωί. Τούρκοι στρατιώτες ξαναφανήκαν στο χωριό.  Τα κορίτσια κατέφυγαν στων γειτόνων· υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι εκεί.  Κατά το μεσημέρι κάθε κίνηση νεκρώθηκε κι επέστρεψαν στο σπίτι τους.  Τότε ακούστηκαν φωνές.  Τρεις στρατιώτες παραβίασαν την πόρτα.  Η οικογένεια ήταν στο ανώγι.  Γάζωσαν τα πάντα με τ’ αυτόματα, για να ακινητοποιήσουν τη μάνα.

Ανέβηκαν πάνω. Διάλεξαν τις τρεις μεγαλύτερες κόρες.  Εκείνες κρέμονταν πάνω στη μάνα τους.  Τη μεγάλη τη χτύπησαν κατά πρόσωπο με τον υποκόπανο.  Η μικρότερη έβαλε τα κλάματα.  Την Αντρούλα την είχε κλείσει n μάνα στα χέρια της.  Την απέσπασαν με τη βία και την έριξαν κάτω, μπροστά στα μάτια της μάνας της και των έξι αδελφών της.  «Τούτον το πράγμα δεν το δέχομαι, τούτον το πράγμα δεν το μπορώ, προτιμώ να πεθάνω· μάνα μου, αδερφές μου, βοηθάτε με», πάλευε ψυχωμένα το δεκαεφτάχρονο κρίνο, αποδεικνύοντας ανίσχυρους τους πανίσχυρους Αττίλες. 

Κι εκείνοι, που Θεό δεν φοβήθηκαν κι άνθρωπο δεν ντράπηκαν, δεν σήκωσαν άλλο τον εξευτελισμό, στρατιώτες αυτοί να μην μπορούν να τσακίσουν την αντίσταση μιας κοπελίτσας. Τρεις σφαίρες στον κρόταφο ελευθέρωσαν την αγγελική ψυχή της Αντρούλας.  Ζεστό το νεανικό αίμα κύλησε στο πάτωμα σφραγίζοντας την ανέγγιχτη τιμή της και την τιμή του νησιού της.

Τις παπαρούνες τις χαίρονταν τότε n Αντρούλα. Μαγγανοπήγαδο n μνήμη… Εκείνες ρίζωσαν στο χώμα που τις έθρεψε.

Η οικογένεια, πέντε χρόνια εγκλωβισμένη στα κατεχόμενα, πήρε μετά το δρόμο της προσφυγιάς. Εξαφανίστηκαν τότε οι Τούρκοι και βιάστηκαν να θάψουν το μαρτυρικό σώμα, γιατί κατέφθασαν οι άνδρες των Ηνωμένων Εθνών, ειδοποιημένοι απ’ τον μικρό Σωτήρη, που το ‘χε βάλει στα πόδια κι έπεσε πάνω τους τρέχοντας στους δρόμους του χωριού.  Μα κρατούν ακόμη κρυφό τον τόπο της ταφής της, όνειδός τους ανεξίτηλο.  Κι άθελά τους συνάμα, κρατούν την Αντρούλα να διαφεντεύει, ως που της πρέπει, τον τόπο της.

 Έφυγε n κυρά-Ελένη απ’ τη ζωή με το παράπονο πως δεν αξιώθηκε να φιλήσει τον τάφο της κόρης της, να της ανάψει το καντήλι.  Μα τ’ αδέρφια ελπίζουν να περισυλλέξουν σύντομα τ’ αγιασμένα της λείψανα.  Κι ανάστησαν τ’ όνομά της στα παιδιά τους. Τριάντα πέντε χρόνια μετά, γέμισε Αντρούλες το σπιτικό.

Πηγή:  Χριστιανική Φοιτητική Δράση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, με σεβασμό στη προσωπικότητα των ατόμων και χωρίς να προκαλέσετε τους νόμους και τη Δικαιοσύνη. ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ δεν δημοσιεύονται εκτός εάν το εγκρίνει η διαχειρίστρια του ιστολογίου. Εάν επιθυμείτε, επικοινωνείστε με το τηλέφωνο: 6981042435 Διαφορετικά αφήστε τα στοιχεία σας στο email: th.kontzoglou@gmail.com
Ευχαριστώ
Θεοδοσία Κοντζόγλου