Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Θεατρικό σποτ - χρονογράφημα της Νοέλ Μπάξερ

Θεατρικό σποτ

Nextok: Απολαυστικό και επίκαιρο όσο ποτέ το χρονογράφημα της Νοέλ Μπάξερ

Ο νεαρός άντρας κατέβηκε από την ράμπα για τα φορτηγά και μπήκε στη μεγάλη υποφωτισμένη αίθουσα. Τον προϋπάντησε η γύμνια του χώρου. Η αίθουσα είχε το μπετόν της, το τσιμέντο της και τίποτα άλλο. Μόνο σε μια άκρη είδε συγκεντρωμένες κάτι ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες και μερικούς καναπέδες με πεταμένες έξω τις σούστες τους. Νεκροταφείο βελούδινων καναπέδων από αστικά σαλονάκια τού ήρθε στο μυαλό, θυμήθηκε τη γιαγιά του και μελαγχόλησε. Δεν πέρασε καθόλου από το νου του αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, ένα νοσοκομείο γερασμένων καναπέδων. Στον χώρο αυτό, που απόψε στα κρυφά τον χρησιμοποιούσαν για να γυρίσουν το ερασιτεχνικό ταινιάκι τους, κάποιος φρόντιζε με αγάπη παλιά έπιπλα.

Γι’ αυτήν την αποτρόπαιη γύμνια της επιλέχθηκε η αίθουσα, ως ιδανικό ντεκόρ για να λεχθούν γυμνές αλήθειες. Έτσι κακοφωτισμένη, ταίριαζε επίσης στην μαύρη ψυχική διάθεση του σκηνοθέτη και στους μισοσκότεινους σκοπούς του.

Ο άντρας προχώρησε στο βάθος της αίθουσας, χαιρέτησε το κινηματογραφικό συνεργείο μαγκωμένος και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Έμεινε τσίτσιδος, πιο γυμνός κι από την αίθουσα (αυτή είχε τουλάχιστον τους καναπέδες της).

«Αλείψτε τον με λάδι!» παρήγγειλε ο σκηνοθέτης. «Τον θέλω να γυαλίζει σαν να έχει τρέξει χιλιόμετρα».

Έτσι είπε και μια κοπέλα που έκανε χρέη μακιγιέρ προσέτρεξε με ένα μπουκάλι ελαιόλαδο. Ξεκίνησε να απλώνει το λάδι στο σώμα του γυμνού νέου σαν να του βάζει αντιηλιακό.

«Και το πουλί;», ρώτησε. Χαχάνισε, το βρήκε αστείο.

«Και το πουλί!» της απάντησε ο σκηνοθέτης. «Θες στην ταινία να βγει θαμπό;»

Η κοπέλα ξαναχαχάνισε.

«Άσε, θα το αναλάβω εγώ» προθυμοποιήθηκε κάποιος από το κινηματογραφικό συνεργείο και πήγε να της πάρει το λάδι από το χέρι.

«Δεν είσαι καλά!» τον έκοψε η κοπέλα και χαχάνισε για τρίτη φορά. «Ένα καπάκι λάδι αρκεί», συνέχισε. «Σιγά το πουλί!»

«Αν ξαναμιλήσουν, να πετάξει κάποιος και τους δυο έξω!» φώναξε μαινόμενος ο σκηνοθέτης. «Δεν θα μου το χαλάσουν αυτοί.»

Λαδωμένος, στεκόταν όρθιος και περίμενε. Όλη αυτή την ώρα, οι άλλοι είχαν στήσει στον χώρο ένα μαύρο ορθογώνιο πλαίσιο και τώρα στερέωναν με πινέζες, μέσα στο πλαίσιο, ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί που έδειχνε την ελληνική Βουλή, μια εικόνα παρμένη από την τηλεόραση.

«Λοιπόν, κοίτα!», τον πλησίασε κι άρχισε να του εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Να σου πω τι πάμε να κάνουμε. Αυτό το μαύρο πλαίσιο που βλέπεις, είναι, πες, το περίγραμμα μιας τηλεόρασης. Η τηλεόραση θα δείχνει τάχα μου το ελληνικό Κοινοβούλιο σε συνεδρίαση. Εν ώρα δράσης, τρομάρα μας! Εμείς υποτίθεται είμαστε οι θεατές, το τηλεοπτικό κοινό, και παρακολουθούμε στους δέκτες μας το σήριαλ της Κρίσης. Τι μας κόβουν, τι μας παίρνουν, τι δεν μας δίνουν… Τα βλέπουμε απαθείς γιατί βαρεθήκαμε να βογκάμε. Τρώμε τα σποράκια μας και διασκεδάζουμε με τα χάλια μας.

>Και τότε, Λάκη, Σάκη, Μάκη, Τάκη, …πώς σε είπαμε;»

«Σάκης!»

«Α γεια σου. Σάκης. Και τότε, Λάκη, να τι πετιέται, να τι πετιέται, θα πεταχτείς εσύ μέσα από την οθόνη, παλικάρι μου, και θα λευτερωθείς! Θα ελευθερώσουμε τον Έλληνα! Καλό; Θα κάνεις έτσι με την γροθιά σου, χρατς θα σκίσεις την Βουλή, την Κρίση κι όλους τους παπάρες, θα βγεις έξω και θα αρχίσεις να τρέχεις!»

«Θα τρέχω και θα πάω πού;»

«Κάτσε ντε, θα σου τα πω όλα. Πετιέσαι λοιπόν μέσα από την τηλεόραση κι αρχίζεις να τρέχεις. Τώρα πρόσεξε! Δεν σε θέλω να τρέχεις σαν γυναικούλα ούτε σαν να καίγεσαι. Μπορείς να μου τρέχεις σαν αρχαίος δρομέας; Ε, Τάκη; Σαν αρχαίος δρομέας! Έτσι σε θέλω!

>Κοίτα εδώ τι σου έχω. Μια φωτογραφία από βιβλίο αρχαιολογίας. Δες! Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα. 450 πΧ. Βρίσκεται στο Μουσείο της Ρώμης, όλοι οι ξένοι τον ξέρουν. Ωραίος; Ωραίος! Κλαίνε οι γριές τουρίστριες μπροστά του! Ολοφύρονται! Έτσι σε θέλω να είσαι όταν θα πεταχτείς ελεύθερος. Πλάτη με γράμμωση, γλουτοί σφιχτοί, …τετράσφιχτοι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα το θέλω! Δες και τις γάμπες του Μύρωνα! Τις γάμπες σου θέλω να μου τις σφίξεις κι εσύ έτσι. Να φαίνονται δυο μεγάλοι κόμποι όπως στο άγαλμα, …για κάν’ το, φίλε Μάκη, να το δω.»

Ο νέος πήρε πόζες μπόντι μπίλντινγκ, μιμούμενος τον Δισκοβόλο.

«Ωραία, λίγες προβίτσες θες και θα μου το βγάλεις», σχολίασε ο σκηνοθέτης ικανοποιημένος.

«Και γιατί πρέπει να δείχνω σαν τον αρχαίο;» αναρωτήθηκε ο γυμνός άντρας.

«Αντιλαβού μηδέν, μου φαίνεται», αναστέναξε ο σκηνοθέτης. «Άκου τι ρωτάς. ...Και το ρωτάς; Σάκη, άνοιξε τα μάτια σου!», διαμαρτυρήθηκε κι άρχισε να τραβάει δραματικά την μπλούζα του και να την ξεχειλώνει. «Ρε Μυρσίνη», γύρισε προς την μακιγιέρ και φώναξε, «τον φλόμωσες στο λάδι και χάζεψε!»

Αναστέναξε και γύρισε ξανά στον γυμνό άντρα. Έβαλε το χέρι του στον ώμο του και μόλις συνειδητοποίησε ότι λερώθηκε από το λάδι, τράβηξε το χέρι του απότομα και το σκούπισε στο μπατζάκι του παντελονιού του λέγοντας:

«Να σου πω γιατί. Οι Γερμανοί θυμάσαι που έβαλαν εξώφυλλο στο περιοδικό το άγαλμα της Αφροδίτης, την Αφροδίτη την κουλή, να μας κάνει χειρονομίες; Εμείς τους απαντάμε με τον Δισκοβόλο!»

«Θα τρέξω και μετά θα κάνω κι εγώ την γνωστή χειρονομία;», ο άντρας προσπάθησε να προλάβει τον σκηνοθέτη.

«Όχι, αγόρι μου. Καμιά χειρονομία εμείς. Εσύ θα κάνεις κάτι χειρότερο. …Θα σκεφτείς!!!!»

Με αυτό, ο σκηνοθέτης εμφάνισε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του μια δεύτερη διπλωμένη σελίδα.

«Φωτοτυπία από άλλο μεγάλο βιβλίο αυτή. «Ο σκεπτόμενος» του Γάλλου γλύπτη Ροντέν. 1880. Δες το άγαλμα και θαύμασε. Μπράβο! Πήγαινε τώρα στην άκρη και αποτύπωσε την στάση του και την έκφρασή του. Γιατί έτσι θα τελειώσει το σποτ μας. Με «κάδρο» σε σένα, τον Νέο Έλληνα, ως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν. Αυτή, Μάκη μου, θα είναι η απάντησή μας στους έξω: Η σκέψη.

>Ο Λόγος.

>Ό,τι είχαμε, έχουμε και θα έχουμε, δηλαδή. Αρχαία παράδοση και τα γνωστά. Μωρέ και τα βρακιά να μας πάρουν, την Σκέψη δεν θα μπορέσουν να μας την αφαιρέσουν. Πήγαινε τώρα στην ακρούλα και ξεκίνα να προβάρεις την στάση του Σκεπτόμενου γιατί σε θέλω καρα-Σκεπτόμενο.»

Ο σκηνοθέτης γέλασε και του παρέδωσε την φωτογραφία του αγάλματος.

«Κι όσο εσύ θα κάνεις αυτό», συνέχισε, «οι υπόλοιποι εν τω μεταξύ θα σου ετοιμάσουμε το ντεκόρ. Δεν θα έχουμε τον Σκεφτόμενό μας να τρέχει στα τσιμέντα ούτε να σκέφτεται χαμέ. Στα βελούδα θα τον έχουμε, όπως του αξίζει! Θα φτιάξουμε έναν μακρύ διάδρομο, μια γέφυρα πες το καλύτερα, με τους παλιούς βελουδένιους καναπέδες από τα σαλόνια της αντιπαροχής. Φύρδην μίγδην θα τους μαζέψουμε σε έναν σωρό, ξεκοιλιασμένους, τριμμένους, λερωμένους καναπέδες από την αστική Ελλάδα που μας έφερε εδώ.

>Για να φτάσεις στο σημείο όπου θα κάτσεις και θα σκεφτείς, θα πατήσεις πρώτα σε μια βελούδινη γέφυρα των αναστεναγμών, θα κάνεις μια ιερή πορεία μέσα από σουμιέδες και σκουριασμένα ελατήρια και θα πατήσεις με το γυμνό σου πέλμα την κληρονομιά σου από πολύτιμα υφάσματα λεκιασμένα με σπέρμα και τίλιο.

>Ξεθωριασμένα από πολλών χρόνων ελληνικό ήλιο.

>Που ό,τι ξεθώριασε, ξεθώριασε! Έτσι που πάμε, παίζεται κι αυτός για πόσο ακόμη θα παραμείνει ελληνικός.»

Ο σκηνοθέτης έκλεισε τα μάτια του σαν να τον λούζει το φως, χαμογέλασε φιλήδονα και οραματίστηκε:

«Κι όταν ψου-ψου-ψου θα διαδοθεί όλοι να στηθούν στις τηλεοράσεις τους στις εννέα το βράδυ, ούτε παρά ένα λεπτό ούτε και ένα λεπτό, εννέα νταν που όλα τα κανάλια θα παίξουν το σποτ μου συγχρονισμένα, για μία και μοναδική φορά, τότε η Ελλάδα θα μείνει με το στόμα ανοιχτό και η υφήλιος κάγκελο. Όλοι, φίλε μου, θα σκεφθούν το ίδιο πράγμα: «Αμάν, αν αρχίσει να σκέφτεται ο Έλληνας!»

Κοίταξε τον γυμνό άντρα, ενθουσιασμένος:

«Τι έχει να γίνει άμα σκεφθεί ο Έλληνας! Το σκέφτεσαι, Σάκη;»

Νοέλ Μπάξερ

*** *** *** *** *** *** Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ, αφήστε το σχόλιό σας κάτω από το κείμενο. Γράφετε μόνον στην ελληνική γλώσσα. Μη χρησιμοποιείται γκρίγκλις και κεφαλαία. *** *** *** *** *** ***