Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Βγάλε κι άλλο πιάτο απ' το τραπέζι



Η γυναίκα σκύβει πάνω από το συρτάρι όπως οι μάνες πάνω από την κούνια. Ψάχνει το καλό της τραπεζομάντηλο. Το βρίσκει, το παίρνει στα χέρια και το πετάει στον αέρα, προς τον ουρανό και τον πολυέλαιο, κρατώντας το σφικτά από τις γωνίες για να μην της φύγει. Χαμογελώντας, το παρακολουθεί  να στριφογυρίζει στον αέρα, να παίζει με το κενό, να ακουμπάει το τελευταίο, το πιο χαμηλό, κρύσταλλο του βαριεστημένου πολυελαίου κι ύστερα, σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι, ή όπως το ιστίο ιστιοφόρου που κόπασε ξαφνικά ο θαλασσινός αέρας κι άδειασε από την πνοή του Ποσειδώνα, να προσγειώνεται μαλακά πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Τόσες φορές έχει επαναληφθεί τούτο το παιχνίδι τους που η γυναίκα έχει μάθει πια και πετυχαίνει πάντα το κέντρο του τραπεζιού έτσι ώστε το ύφασμα να απλωθεί ομοιόμορφα.

Το λευκό τραπεζομάντηλο ακούμπησε με την πλάτη στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού, επιθεώρησε τον εαυτό του και ευχαριστήθηκε. Μια λαμπρή Κυριακή έχει πάλι ξημερώσει. Είναι χαρούμενο.
Το καναρίνι στο κλουβί δίπλα στην μπαλκονόπορτα ξεκινάει πάλι να κελαηδάει, ευχαριστημένο κι αυτό. Το σπίτι μυρίζει σπιτικό φαγητό στο φούρνο, και απ’ έξω ο αέρας φέρνει την ευωδιά από τα λουλούδια της βεράντας. Μοσχομυρίζει οικογενειακή θαλπωρή, την χαρακτηριστική ωραία μυρωδιά της φροντίδας.
Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι
Βγάλε από την πόρτα το κλειδί
Το παιδί ξανάρχισε να παίζει
Το κανάρι πάλι κελαηδεί,
παίζει το ραδιόφωνο το παλιό τραγούδι. Η γυναίκα χαϊδεύει το στρωμένο τραπεζομάντηλο περνώντας το χέρι της από την μια του άκρη ως την άλλη, επιβραβεύοντας που είναι καλοστρωμένο και συνεργάσιμο. Κάθεται και το χαζεύει λες και δεν το ξέρει. Είναι στολισμένο με μισοσβησμένα ίχνη από παλιά κοκκινιστά, σταγόνες κόκκινο εκλεκτό κρασί, παιδικές σοκολατένιες τούρτες γενεθλίων, και με σταυροβελονιά κεντημένη από αδέξιο εφηβικό χεράκι. Είναι καμωμένο από την ίδια στην εποχή που προσδοκούσε την αγάπη. Δεν έχει καιρό να το καλοσκεφθεί, η ώρα έχει περάσει. Ο χρόνος για τέτοιες σκέψεις έτσι κι αλλιώς έχει περάσει προ πολλού. Σήμερα είναι Κυριακή, ένα ακόμη κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα θα έχει τη χαρά να ζήσει το σπιτικό της και οι τοίχοι οι φορτωμένοι με φωτογραφίες προγόνων και απογόνων.
Στρέφει το κεφάλι της και κοιτάει την φωτογραφία του γιου της, καρφωμένη τιμητικά δίπλα στην παραστάδα της πόρτας που οδηγεί απευθείας στο βασίλειο της κουζίνας της. Εκείνος δεν είναι εκεί, στο σπίτι τους, για να του κλείσει το μάτι, να του χαϊδέψει τον ώμο περαστική προς την κουζίνα, να τον φιλήσει πεταχτά στο μάγουλο, να του στρώσει το πεταχτό τσουλούφι με το χέρι που μυρίζει κρεμμύδι και απορρυπαντικό για τα πιάτα. Ο γιος της! Το κοκοράκι της όπως τον λέει από παιδί χαϊδευτικά. Το μικρό της αγαπημένο κοκοράκι. Η Κρίση και τα δύο απανωτά άνεργα χρόνια έκαναν το κοκόρι της πουλί. Το παιδί της πέταξε σε ξένη γη όπως τα αποδημητικά πουλιά. Σαν χελιδονάκι.  Ακολούθησε το ταξίδι των χελιδονιών ο γιος. Η μητέρα του από τότε αντιπαθεί τα χελιδόνια. Γνωρίζουν τον καημό της και τα ντρέπεται.
Εξαφανίζεται στην κουζίνα κι εμφανίζεται πάλι κάνοντας τον ταχυδακτυλουργό, φορτωμένη με μια στοίβα πιάτα επάνω στα οποία έχει ισορροπήσει με επιτυχία μαχαιροπίρουνα, πετσέτες και μια κορφή ποτήρια. Τα ακουμπάει όλα στο τραπέζι και τα στρώνει με την μαεστρία και την ταχύτητα σερβιτόρου. Ο καθένας έχει την θέση του στο οικογενειακό τραπέζι και ξέρει πού να βάλει την αλατιέρα και σε ποιον κοντά την κανάτα νερό. Δίπλα στην θέση αυτού με το νερό, αμήχανη περιμένει η καρέκλα του γιου της. Θα την τραβήξουν; Θα της στρώσουν κι αυτής μπροστά ένα όμορφο πιάτο με την πετσέτα διπλωμένη τριγωνικά σαν πανί πλοίου; Θα έρθει αυτή την Κυριακή ο γιος να ταξιδέψει πάλι νοερά στο άσπρο τραπεζομάντηλο που έχει το χρώμα της θάλασσας που αφρίζει; Θα έρθει για να του κάνει σούρες, όπως παλιά με τα μικρά του δακτυλάκια, να το κάνει κυματιστό και να πλεύσει την κόρα του ψωμιού σαν βάρκα;
Το τραπεζομάντηλο δεν ντρέπεται για τους λεκέδες του αλλά για την νοσταλγία του. Που μια τέτοια ωραία Κυριακή νοσταλγεί ένα μικρό αγόρι που μαγικά εμφάνιζε κάτω από το πανί του ένα αυτοκινητάκι και βουρ-βουρ το έτρεχε ανάμεσα στα κρυστάλλινα ποτήρια και τα απορημένα πιρούνια.
Το καναρίνι σιγοντάρει την σκέψη του τραπεζομάντηλου κελαηδώντας.
Βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι
Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί
Το παιδί ξανάρχισε να παίζει
Το κανάρι πάλι κελαηδεί.
Η γυναίκα τραβάει μια καρέκλα, κάθεται και παρακολουθεί το έργο της σαν κάτι να λείπει. Κάθεται απέναντι από την καρέκλα του γιου της.  Έχει το πονεμένο ύφος που το τραπεζομάντηλο μισεί. Κάθεται σιωπηλή, με την ποδιά της κουζίνας δεμένη γύρω από την μέση της, την κάποτε λυγερή και τώρα όχι και τόσο. Έχει στυλώσει το βλέμμα της στο πιάτο του γιου. Ακουμπάει το πηγούνι στο χέρι της και δείχνει σκεφτική. Μοναχική η πορεία της σκέψης της, τρέχει χιλιόμετρα μακριά μα το τραπεζομάντηλό της, που την ξέρει καλά, από την καλή και από την ανάποδη αφού δέθηκαν με την προσδοκία μιας αγάπης, μπορεί και παρακολουθεί την σκέψη της.
Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, σιγοτραγουδάει η γυναίκα και το τραπεζομάντηλο ριγά. Το φίνο βαμβακερό ύφασμα επιστρατεύει το εκατό τοις εκατό βαμβάκι του. Το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί. Το καναρίνι αυτόματα σιωπά. Ένα δάκρυ ξεκινάει από το μάτι της κυράς του, κατηφορίζει στο μάγουλο, μένει άπραγο μια στιγμή, δυο στιγμές, τρεις στιγμές στην άκρη στο πηγούνι της κι ύστερα δίνει μια βουτιά και πέφτει στο χάος. Η λευκή αφρίζουσα θάλασσα το καταπίνει με βουλιμία. Το περίμενε τούτο το δάκρυ, έχει γίνει πλέον κυριακάτικη σπονδή, εδώ και λίγο καιρό ανήκει στο τελετουργικό αυτού του ευτυχισμένου σπιτιού. Η υγρή κηλίδα που προκάλεσε το δάκρυ απλώνεται στο στεγνό ύφασμα. Ένα στρογγυλό βρεγμένο νησί μητρικής αγάπης καλύπτει έναν παλιό λεκέ από σάλτσα ντομάτας σε σχήμα διαμαντιού. Θα ακολουθήσει σήμερα και δεύτερο δάκρυ άραγε; Και τρίτο; Όχι! Η γυναίκα κλείνει ερμητικά τα μάτια και κρατάει μέσα της τον μυστικό κόσμο της με τα πονεμένα αισθήματα και την αφόρητη νοσταλγία. Το τραπεζομάντηλο διαισθάνεται πως όσο οδυνηρά κι αν είναι αυτά που εκείνη την στιγμή συμβαίνουν πίσω από αυτά τα κλειστά μάτια, παρόλα αυτά πρόκειται για αγάπη και ζηλεύει. Την νιώθει την χόβολη της γυναίκας που κάθεται άκρη-άκρη στην καρέκλα σαν κοριτσόπουλο, έτοιμη να εκτιναχτεί προς την εξώπορτα άμα χτυπήσει το κουδούνι αυτός που περιμένει.
Άνοιξε στο φως το παραθύρι
Δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά
Βάλε το λουλούδι στο ποτήρι
Να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά.
Το καλό τραπεζομάντηλο νιώθει ξαφνικά πιο μαραμένο από το τριαντάφυλλο στο ποτήρι. Λερωμένο χωρίς να φταίει. Ποθεί ένα χέρι να μετακινήσει τα πιάτα, να τα βάλει παράταιρα εδώ κι εκεί καλύπτοντας τα σκορπισμένα σημάδια από χαρούμενες παλιές μέρες.
Η γυναίκα ανοίγει τα μάτια της. Το βλέμμα της είναι πεσμένο. Κοιτιούνται. Το τραπεζομάντηλο με αγωνία προσμένει μια κίνηση. Η γυναίκα πετάγεται όρθια και μαζεύει, αφρίζοντας, το πιάτο του γιού της, τα αστραφτερά μαχαιροπήρουνα που προορίζονταν για εκείνον, το ποτήρι που ήταν εκεί για τα χείλη του, και το λευκό πανί που θα τον ταξίδευε. Βγάλε κι άλλο πιάτο απ’ το τραπέζι, τραγουδάει παραφράζοντας το τραγούδι στο ραδιόφωνο. Το λέει και το ξαναλέει και κάθε φορά η φωνή της μπουκώνει κι άλλο. Δεν θέλει το τραπεζομάντηλο καινούργιο δάκρυ, νέο βρεγμένο νησί. Παρακαλεί να μείνει απόψε η κυρά του μόνο στο τραγούδι. Βγάλε κι άλλο πιάτο απ’ το τραπέζι.
Το καναρίνι κελαηδάει δυνατά και σκεπάζει τα πάντα.
Η γυναίκα χάνεται πάλι κι επιστρέφει με το λάπτοπ που της χάρισε ο γιος της φεύγοντας στο εξωτερικό. Το κρατάει και το μεταφέρει σαν βρέφος που φοβάται πως θα της πέσει. Μαλακά εναποθέτει το λάπτοπ στη θέση του πιάτου του. Πατάει το κουμπί, να ξυπνήσει ο ηλεκτρονικός γίγαντας που με τα δυνατά του χέρια θα τραβήξει και θα φέρει κοντά μάνα και γιο σε ένα κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα εξ αποστάσεως.
Νοέλ Μπάξερ

(Για το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)

Nextok:  Η Νοέλ Μπάξερ είναι συγγραφέας
(Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας, Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος, Από δρυ παλιά και από πέτρα - εκδόσεις Ψυχογιός).
*** *** *** *** *** *** 
 Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ, αφήστε το σχόλιό σας κάτω από το κείμενο. Γράφετε μόνον στην ελληνική γλώσσα. Μη χρησιμοποιείτε γκρίγκλις και κεφαλαία. 
 *** *** *** *** *** ***