Ο κ. Ερντογάν έχει καταφέρει, στην πραγματικότητα δηλαδή η δική μας πολιτική έχει καταφέρει, να φέρει την ‘Αγκυρα σε μια κατάσταση win-win, όπου δηλαδή ότι και να κάνει θα κερδίσει:
- είτε να συνεχίσει τη σκληρή στάση, κρατώντας μια λύση του κυπριακού όμηρο της ευρωπαϊκής προοπτικής της και αφήνοντας τον χρόνο να δουλεύει υπέρ της παγίωσης των τετελεσμένων, καταγράφοντας τις άνευ ανταλλάγματος υποχωρήσεις Χριστόφια και μην καταβάλλοντας διεθνές ποιλιτικό και διπλωματικό κόστος για τη στάση της
- είτε να αποδεχθεί μια παραλλαγμένη μορφή του σχεδίου Ανάν, ουσιαστικής διάλυσης δηλαδή του κυπριακού κράτους, που θα εμφανίσει μάλιστα διεθνώς ως δική της παραχώρηση. Με μια τέτοια ρύθμιση όχι μόνο θα ανοίξει πανηγυρικά τον δρόμο για πλήρη ένταξή της στην ΕΕ, αλλά και θα αποκτήσει, ήδη από τώρα, πολλά δικαιώματα επιρροής εντός της ‘Ενωσης δια της «τεθλασμένης» (της θεσμοποιημένης επιρροής της δηλαδή στην ψήφο της νέας Κύπρου μέσα στην ΕΕ, αλλά και της ανάγκης Αθήνας και Βρυξελλών να παρακαλάνε συνέχεια την ‘Αγκυρα να είναι «καλή», μην τους προκύψει ξαφνικά καμμιά Βοσνία εντός ΕΕ)
Αν η ‘Αγκυρα αποφασίσει το πρώτο σενάριο τότε θα συνεχίσει τη σκληρή στάση, πόσο μάλλον που η στάση του Δημήτρη Χριστόφια, να κάνει μείζονες παραχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα (π.χ. εκ περιτροπής προεδρία, διατήρηση βρετανικών βάσεων, παραμονή 50.000 εποίκων και Κύριος Οίδε τι άλλο στην τράπεζα διαπραγματεύσεων που γίνονται εν αγνοία του κυπριακού πληθυσμού, των πολιτών δηλαδή ποιυ θα ζήσουν στο μελλοντικό κράτος!) στην πραγματικότητα δημιουργεί κίνητρο σε Τουρκοκύπριους και Τουρκία να σκληραίνουν τη στάση τους, όπως ήδη έπραξαν μετά την εκλογή του Κυπρίου Προέδρου! Αυτό θα έκανε άλλωστε και κάθε κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Αν τελικά ο Ερντογάν αποφασίσει το δεύτερο, όπως είναι αρκετά πιθανό, τότε θα κάνει μια-δύο χειρονομίες συμβολικού κυρίως χαρακτήρα, αποσύροντας π.χ. πέντε χιλιάδες στρατιώτες ή επιστρέφοντας τη μισή Αμμόχωστο, και θα πάρει ότι άλλο θέλει από τους Ελληνοκυπρίους.
Πόσο μάλλον που, η συντριπτική πλειοψηφία του ελλαδικού και κυπριακού πολιτικού, εκδοτικού και οικονομικού κατεστημένου επιθυμεί διακαώς μια λύση τύπου Ανάν, όπως το απέδειξε πέραν αμφιβολίας της το 2004. Εξάλλου, το σχέδιο Ανάν δεν είναι προιϊόν του ΟΗΕ, προϊόν διαπαραγμάτευσης Παπανδρέου-Τζεμ, υπό την επίβλεψη Σημίτη και Κληρίδη-Ντενκτάς υπήρξε! Μια ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα θα απομακρύνει από την εξουσία τον σημερινό Πρωθυπουργό, έναν πολιτικό που ήταν ο πιο επιφυλακτικός για το σχέδιο Ανάν το 2004, οδηγώντας πιθανώς σε πρωταγωνιστικούς ρόλους τον Γιώργο Παπανδρέου και την Ντόρα Μπακογιάννη, αρχιτέκτονα και φανατική θιασώτη αντίστοιχα του περιβόιητου σχεδίου. Οι οποίοι ουδέποτε απεκήρυξαν, ειρήσθω, τις ιδέες που είχαν τότε. Δεν σημαίνει ότι το παρελθόν είναι αναγκαστικός οδηγός για το μέλλον και ίσως οι δύο αυτοί πολιτικοί έχουν βγάλει κάποιο συμπέρασμα από το δημοψήφισμα του 2004. Ελπίζουμε ότι είναι έτσι, αλλά αν έχουν βγάλει κάποιο συμπέρασμα δεν το είπαν σε κανέναν.
Αν αυτές είναι οι πολιτικές συνθήκες στην «κορυφή», αντίστοιχες είναι και στη «βάση». Κύπριοι και Ελλαδίτες ‘Ελληνες δεν καταλαβαίνουν καν τι συζητιέται, σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης ευρισκόμενοι με τις διάφορες γελοίες αγγλικές εφευρέσεις-παγίδες τύπου «πολιτικής ισότητας», «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας», «αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου» και δεν συμμαζεύεται. Η συζήτηση για το κυπριακό έχει εμπλακεί σε έναν απέραντο βυζαντινισμό και νομικισμό χωρίς περιεχόμενο, που έχει κάνει τους φυσιολογικούς ανθρώπους να τη σιχαθούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 80% των Ελληνοκυπρίων δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει ο όρος «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα», δεν καταλαβαίνει δηλαδή τι σημαίνει η επίσημη, εθνική επιδίωξη τριών δεκαετιών Κύπρου και Ελλάδας. Στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν οι μισοί Κύπριοι δεν δίνουν σημασία στις διαπραγματεύσεις γιατί δεν πιστεύουν ότι θα λυθεί το κυπριακό και οι υπόλοιποι γιατί δεν καταλαβαίνουν το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης, κατάσταση που επίσης ενισχύει την τάση επαναφοράς του σχεδίου Ανάν.
Το ΑΚΕΛ είχε εξαγγείλλει καμπάνια για να εξηγήσει στον πληθυσμό τι είναι αυτή η ομοσπονδία, την οποία ποτέ δεν πραγματοποίησε, προφανώς γιατί θα κινδύνευαν να τους πάρουν με τις πέτρες και τα ίδια τα μέλη του αν όντως τους εξηγούσαν τι εννοούν. Το βασικό, πρωταρχικό ερώτημα κάθε κράτους και κάθε συντάγματος είναι ποιός ασκεί νόμιμη εξουσία, ποιός κάνει κουμάντο. Σε αυτό προσπαθούν να αποφύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, την απάντηση Κύπριοι και Ελλαδίτες πολιτικοί, γιατί γνωρίζουν ότι δεν θα είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού (φυσικά οι μειονότητες έχουν δικαιώματα, αλλά δεν είναι δυνατό το δικαίωμα της μειονότητας να καταργεί το δικαίωμα της πλειονότητας, όπως συνέβαινε στο σχέδιο Ανάν, που εξίσωνε το 20% με το 80% του πληθυσμού και εν συνεχεία ανέθετε σε ξένους αξιωματούχους τη διοίκηση του νησιού!). Η άποψη επίσης ότι η Κύπρος πρέπει να είναι το μόνο κράτος στον κόσμο χωρίς στρατό, χωρίς δικαίωμα αυτοάμυνας και χωρίς όπλα, που είναι επίσης η επίσημη θέση όλης σχεδόν της κυπριακής και ελλαδικής πολιτικής εξουσίας είναι ομοίως αστεία, προερχόμενη μάλιστα από ένα κράτος που βρίσκεται στην Αν.Μεσόγειο, έχει υποστεί εισβολή και τελεί υπό μερική στρατιωτική κατοχή. Πολύ περισσότερο προερχόμενη από ένα κόμμα που ισχυρίζεται ότι έφτασε η ώρα της συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Αν θέλουν όντως αυτές οι δύο κοινότητες να ζήσουν μαζί, να συναποτελέσουν ένα κράτος, γιατί δεν θέλουν και κοινό στρατό, που είναι και ένα μεγάλο «σχολείο» συμβίωσης? Τι σημαίνει η «μία κυριαρχία», διαπραγματευτικό λάβαρο του κ. Χριστόφια, όταν θα απαγορευθεί η ύπαρξη του κύριου μέσου αυτής της κυριαρχίας, του στρατού?
Οι Αγγλοαμερικανοί έχουν αναγορεύσει, για διάφορους λόγους, την τουρκική ένταξη στην ΕΕ κεντρική τους επιδίωξη। Πρέπει να βγάλουν το κυπριακό από τη «μέση»। Θα επιχειρήσουν να στριμώξουν τον Δημήτρη Χριστόφια, κάνοντάς του και μερικές παραχωρήσεις για το θεαθήναι ώστε να υπογράψει ένα σχέδιο παραπλήσιο του Ανάν। Οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν μετά στο τραγικό δίλημμα να αποδεχθούν μια λύση που δεν θέλουν ή να τα ξαναβάλουν με τα δύο μεγαλύτερα κόμματά τους, την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Λονδίνο, Ουάσιγκτον και οι φίλοι τους στην Αθήνα και τη Λευκωσία υπολογίζουν ότι δεν θα έχουν τα κότσια να το κάνουν.
Ο γράφων δεν είναι αντίθετος με τιθς υποχωρήσεις και τους συμβιβασμούς. Πιστεύει όμως ακράδαντα ότι αν, στο τέλος της διαπραγμάτευσης, δεν μείνει κράτος στους ‘Ελληνες της Κύπρου, όπως παρολίγον να συμβεί το 2004 με το σχέδιο Ανάν, το νησί θα μπει αναπόφευκτα στον δρόμο της «Ιμβροποίησης» και «Τενεδοποίησης». Αλλά η Κύπρος είναι πολύ μεγάλη για να γίνει στην πραγματικότητα ‘Ιμβρος ή Τένεδος. ‘Ενα τέτοιο «κλείσιμο» του κυπριακού, μπορεί να αποδειχθεί χειρότερο από το «κλείσιμο» του 1960, παρασύροντας την Ελλάδα και την Τουρκία σε πολύ επικίνδυνες περιπέτειες. (Ειρήσθω εν παρόδω, θα είναι και η τελική καταστροφή της κυπριακής και ελλαδικής αριστεράς, αν συγκατατεθεί σε μια τέτοια λύση. Αν δηλαδή ο Δημήτρης Χριστόφιας αναδειχθεί σε Κύπριο Γκοιρμπατσώφ, που νομίζει ότι μπαίνει στην ιστορία λύνοντας το κυπριακό και διαλύοντας στην πραγματικότητα το κράτος του, στα πλαίσια ενός ανιστόρητου συμβιβασμού με την Αυτοκρατορία, ανάλογου εκείνου που έκαναν οι σύντροφοι και καθοδηγητές του του ΚΚΣΕ).
konstantakopoulosd@yahoo.gr
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μετροπόλιταν»






Ήταν κοντά στις οκτώ. Είχα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού ένα φύλλο χαρτιού με σημειώσεις που δακτυλογράφησα στον υπολογιστή λίγο προτού φύγω από το σπίτι. Ήθελα να τον δω μόνος? όπως ακριβώς στο Προεδρικό και παντού στον κόσμο όταν έπρεπε να συζητήσουμε κάτι απόρρητο. Από την Τετάρτη που ταξίδευσα στην Κύπρο από τη γειτονική χώρα όπου υπηρετώ τον είχα δει ήδη τρεις φορές για αρκετή, υπό τις συνθήκες, ώρα. Την πρώτη μέρα, συγκλονισμένος από τη θέα της οριζοντίωσης στο κρεβάτι του εν παντί χρόνω και πάση περιστάσει όρθιου κι αλύγιστου ηγέτη, κι ανήμπορος να ανταλλάξω μαζί του χειραψία ή να τον ασπασθώ στο πρόσωπο, έσκυψα και του φίλησα με πολλή ταραχή και άπειρο σεβασμό το δεξί του χέρι. Το αντικείμενο των ιδιότυπων διαλόγων μας, που γίνονταν με πολλή δυσκολία λόγω των αναπνευστικών του προβλημάτων, ήταν φυσικά το Κυπριακό με έμφαση στο μέλλον. Είχε έγνοια για το πώς θα αντιδράσει ο λαός την ώρα της επόμενης μεγάλης κρίσης σαν βρεθεί μπροστά σε ένα Σχέδιο απαράδεκτο όπως το προηγούμενο. Οι λίγες και μετρημένες λέξεις που με κόπο άρθρωνε ακούγονταν σαν αγωνιώδεις κραυγές ναυαγού που τον τυλίγουν τα άγρια κύματα αδυσώπητου ωκεανού αλλά δεν λέει να παραδοθεί. Ήξερε λίγα για το τι γινόταν στις διαπραγματεύσεις αλλά αντιλαμβανόταν πολλά? κι είχε καλούς λόγους να αγωνιά. Άλλη έγνοια του ήταν να πει το τελευταίο του «ευχαριστώ» στο λαό που τόσο αγάπησε. «Καλά, δεν θα πω τίποτα;» διερωτήθηκε μονολογώντας την Πέμπτη το βράδυ καθώς καθόμασταν μαζί του μπροστά στην τηλεόραση. «Τι εννοείτε» ; ρωτήσαμε, για να μας απαντήσει μ' έναν κεραυνό: «Πεθαίνω? δεν θα πω τίποτα για να ευχαριστήσω αυτόν τον κόσμο; Αυτόν τον κόσμο που με στήριξε και μου συμπαραστέκεται»; Ήμασταν με τον αδελφικό μου φίλο Γιώργο Ηλιάδη. Όταν συνήλθα από το ξαφνικό ράπισμα των φαινομενικά πεισιθάνατων λόγων του κι ενώ ο Γιώργος τελούσε ακόμη υπό τη συγκλονιστική επίδρασή τους, τον ρώτησα διαμαρτυρόμενος αν παραδόθηκε και του υπέδειξα προτρεπτικά ότι δεν πρέπει να χάνει τις ελπίδες του. Με μια χαρακτηριστική αυστηρή κίνηση του χεριού και μ' ένα μορφασμό του, μου έδωσε το μήνυμα να σταματήσω τους παρηγορητικούς λόγους. Αυτός γνώριζε. Ήξερε καλά την κατάστασή του. Αισθάνθηκα άσχημα για την ενστικτώδη απρεπή εκδήλωση του ευσεβούς μου πόθου. Όταν βρήκαμε την ψυχραιμία και μιλήσαμε αντιληφθήκαμε πως δεν ήθελε μόνο να ευχαριστήσει το λαό? ήθελε, για τελευταία φορά, να του πει τις σκέψεις του για τα επερχόμενα και τον συμβουλεύσει. Μένω ως εδώ. Την Παρασκευή ήταν καλύτερα. Ήταν η ώρα των ειδήσεων. Με χαρά τον άκουσα να σχολιάζει τις ειδήσεις: από την απόφαση της Κυβέρνησης να εκποιήσει κρατική περιουσία έως τα συμβαίνοντα στην Ανόρθωση. Έφυγα συγκρατημένα αισιόδοξος, Όταν το Σάββατο, το βράδυ, εξέφρασα την επιθυμία να τον δω, η κυρία Φωτεινή, η πιο αρχόντισσα Κυρία που γνώρισα, δεν έκανε ερωτήσεις. Την ακολούθησα στο εσωτερικό της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με την τηλεόραση σε λειτουργία. Δεν μου φάνηκε να παρακολουθεί. Γύρισε αργά προς το μέρος μας. Η σύντροφος της ζωής του, τον κοίταξε εξεταστικά για να δει αν χρειαζόταν κάτι, έφτιαξε κάπως το σεντόνι που τον σκέπαζε, του έριξε μια στοργική ματιά και μας άφησε μόνους. Φαινόταν καταπονημένος. Έβγαλα το μπουφάν μου και κάθισα στην καρέκλα δίπλα. Με κοίταξε χωρίς να μου μιλήσει. Δεν τον ρώτησα πώς ήταν. Θα πρέπει να πονούσε πολύ. Άνοιξα μηχανικά το χαρτί μου και χωρίς να το βλέπω άρχισα να του λέω τις σκέψεις μου για κάτι που μου είχε ζητήσει να ετοιμάσω. Δεν ήταν όπως τις προηγούμενες φορές που μιλήσαμε. Μου απαντούσε με νεύματα. Ψέλλισε μερικές λέξεις κατάφασης φορτωμένες με δολοφονικό πόνο. Τον ρώτησα αμήχανα αν πονά. Έγνεψε «ναι» με τον ίδιο τρόπο που θα έγνεφε και «όχι» αλλά με μια αίσθηση απελπισίας. Μου έδειξε το μέρος της καρδιάς του και μου είπε πως μέσα του παλεύει ο πιο δυνατός μυς του σώματος με έναν άλλο, τους πνεύμονες. «Η καρδιά θέλει χώρο για να δουλέψει κι οι πνεύμονες δεν την αφήνουν. Πόσο θα αντέξει» μονολόγησε. Γύρισε το κεφάλι προς την οροφή του θαλάμου και έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε;
Έμεινα και τον έβλεπα με όση αγάπη δεν κατάφερα να του δείξω στα πέντε χρόνια που δούλεψα μαζί του। Στη λευκή απροσδόκητη μοναξιά του δωματίου επέτρεψα στον εαυτό μου το βούρκωμα। Σηκώθηκα και έκανα νευρικές βόλτες। Όταν μπήκε ο γιος του, ο Κωνσταντίνος , άνοιξε ξανά τα μάτια। Με ρώτησε αν θα επέστρεφα την επομένη στη χώρα που υπηρετώ। Φαινόταν πιο ήσυχος। Θα είχε επιδράσει το ισχυρό αναλγητικό। Η δύσπνοια όμως δεν υποχωρούσε. Του απάντησα πως «ναι» και ότι θα ερχόμουν ξανά προτού φύγω. Θα τον έβλεπα πάλι τα Χριστούγεννα. Είδα ένα θλιμμένο χαμόγελο στο χαραγμένο από το χρόνο και τον πόνο πρόσωπό του. Του άγγιξα το χέρι, τον καληνύχτισα και βγήκα. Την επομένη πήγαμε πάλι με το Γιώργο Ηλιάδη. Ο γιατρός ήταν μέσα? δεν έβγαινε. Προσπαθούσαμε να κρύψουμε την ανησυχία μας που μεγάλωνε. Τι να συνέβαινε; Πέρασε πολλή ώρα. Κοίταζα το ρολόι. Σύντομα έπρεπε πάρω το δρόμο για το αεροδρόμιο. Κάποτε βγήκε ο γιατρός και έσπευσε να φύγει, κατηφής, σιωπηλός και συνοφρυωμένος . Ρώτησα το Νικόλα αν μπορούσα να δω για έστω ένα λεπτό τον Πρόεδρο. Μπήκε και βγήκε σε λίγο. Τα φάρμακα τον είχαν αποκάμει κι αποκοιμίσει. Έφυγα λυπημένος. Έξω έκανε κρύο. Οσφράνθηκα τον αέρα. Αυτός ο συνδυασμός ψύχρας, περιβάλλοντος και της συγκεκριμένης ψυχονοητικής κατάστασής μου κάτι μου θύμιζε. Αυτήν τη σύνθετη οσφρητική και ψυχονοητική εμπειρία την είχα ξαναβιώσει. Ναι. Την είχα ξαναβιώσει ένα παγερό πρωινό του '94 στη Βιέννη, όπου υπηρετούσα, βγαίνοντας από ένα Νοσοκομείο. Την είχα ονομάσει, μάλιστα: , «θανατίλα». Ρίγος με διεπέρασε. Σε λίγο το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τα νερά της Ανατολικής Μεσογείου. Για πρώτη φορά ένιωσα τόσο έντονα αυτό που πρέπει να αισθάνονταν οι εξόριστοι περασμένων εποχών. Μαύρες σκέψεις και πικρές με έζωσαν . Δεν έφυγε, τον διώξαμε Τον διώξαμε. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν έφυγε. Τον διώξαμε. Τον εκδικηθήκαμε σκληρά και τον τιμωρήσαμε ανελέητα για τα καλά που μας έκανε. Ημεδαπή πολιτική μετριότης, αμβλεία πολιτική όραση και μικροπολιτική απληστία, επικουρούμενες από τη. διεθνή κοινότητα των δυο-τριών κυβερνήσεων, προσπάθησαν να εκμηδενίσουν την περήφανη κι αξιοπρεπή στάση του λαού μας απέναντι στο Σχέδιο Ανάν τον Απρίλη του 2004 και να ταπεινώσουν τον ηγέτη του. Τον μείωναν, τον χλεύαζαν και, μαζί με τους εχθρούς και άσπονδους φίλους της Κύπρου, τον δαιμονοποίησαν και του φόρτωσαν κάθε πραγματικό ή φανταστικό κακό συνέβηκε ή συμβαίνει σ' αυτόν τον τόπο. Εγκαταλελειμμένος από τέως δικούς βίωνε την πολιτική του μοναξιά αναμένοντας περήφανα και στωικά. Τις μέρες, βδομάδες και μήνες που ακολούθησαν την αποχώρησή του από την Προεδρία θα ένιωσε έντονα τη γεύση της προδοσίας. Στα ταμεία της έσπευσαν πολλοί «φίλοι» και συνεργάτες του για να εισπράξουν τα αργύρια της. Αίφνης η πολιτική μας σκηνή μετατράπηκε σε παζάρι όπου τα πάντα πωλούνταν. Συνειδήσεις και ιδεολογίες, πολιτικές θέσεις και αξίες, ψευτιές, ρουφιανιές και πληροφορίες, εξαργυρώνονται έναντι μιας θέσης επ' αμοιβή , έναντι κάποιου αξιώματος με επιρροή, έναντι μιας κάποιας εύνοιας ή έστω ολίγης αίσθησης εξουσίας. Στο θυσιαστήριο του προσωπικού συμφέροντος, έθυαν, συχνά με τη μάσκα του καταδότη, το προηγούμενο ίνδαλμά τους μαζί και τα ψήγματα αξιοπρέπεια που τους είχαν απομείνει, για να εξευμενίσουν τη θεά νέα τάξη πραγμάτων ώστε να τους διασφαλίσει τα προσωπικά τους κεκτημένα και να τους επιδαψιλεύσει με νέες τιμές. Τα έβλεπε όλα αυτά και δεν παραπονιόταν. Μειδιούσε με θλίψη για την κατάντια των ανθρώπων μα δεν κατηγορούσε κανένα. Αντίθετα, εύρισκε για τον καθένα και μια δικαιολογία. Η αγνωμοσύνη, όμως κι η αχαριστία σκοτώνουν αργά, σταθερά και σίγουρα. Η ήττα στις εκλογές τον πίκρανε πολύ, όχι όμως λόγω της λιποταξίας και της προδοσίας. Το συζητήσαμε μερικές φορές. «Αυτό ήθελε ο λαός, αυτό έγινε», έλεγε. Τον πίκρανε για άλλο λόγο: φοβόταν πως η ήττα ήταν σημάδι κόπωσης που προμήνυε συνθηκολόγηση. Με την αγωνία αυτή άφησε το λαό και τον τόπο του που τόσο λάτρεψε. Τα κακά μαντάτα ήλθαν και μας κτύπησαν εκεί , πέρα από τη θάλασσα, σαν επιβεβαίωση παλιάς είδησης και λειτούργησαν μόνο σαν έναυσμα του θρήνου. Ο θάνατος του παλικαριού είχε ήδη συντελεστεί. Έγινε την ώρα που τον έχουμε ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε. 










* * * * * *
Ομιλία Δ/ντος Συμβούλου ΟΛΠ στη Ναυτιλιακή Λέσχη
25 Νοεμβρίου 2008
Είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε σημείο καμπής χωρίς επί του παρόντος να είναι ασφαλές να πραγματοποιηθούν προβλέψεις για το μέγεθος ή τη διάρκεια της συγκυρίας। Στην περίπτωση όμως το λιμενικών έργων το κριτήριο για την απόφαση είναι πολύ πιο μακροχρόνιο και ταυτόχρονα η επενδυτική πολιτική των γειτονικών – ανταγωνιστικών λιμανιών είναι καθοριστική। Επομένως, το χρονικό διάστημα για την πραγματοποίηση των επενδύσεων δεν επιλέγεται μόνο από τον ΟΛΠ αλλά από τον διαρκώς εντεινόμενο λιμενικό ανταγωνισμό στην περιοχή καθώς με δεδομένο τον τρόπο οργάνωσης των ναυτιλιακών δρομολογίων, όποιο λιμάνι πάρει την πρωτοκαθεδρία ως hub για τη Μ। Θάλασσα και την Αν। Μεσόγειο εν γένει θα κυριαρχήσει και τα υπόλοιπα λιμάνια απλά θα καταστούν ίσως δορυφόροι του।

