Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Πόσο καταρτισμένες είναι οι δικαστικές Αρχές επί των ναυτικών ατυχημάτων?

Αντί σχολίου, στην ανακοίνωση της Ομοσπονδίας, παραθέτουμε απόσπασμα από διατριβή Αξιωματικού Λ.Σ για το ναυτικό ατύχημα.
Μπορεί ο καθένας να εξάγει τα συμπεράσματα του, για την σημασία που έδιναν κατά την αρχαιότητα, οι ενασχολούμενοι με τη ναυτιλία, στην διερεύνηση του ναυτικού ατυχήματος σε σχέση με την κρατούσα σήμερα κατάσταση στον χώρο της "ναυτικής δικαιοσύνης".
Ευχόμαστε ότι κάποτε οι ιθύνοντες θα αντιληφθούν την αδυναμία του συστήματος στον τομέα αυτόν, που αδικαιολογήτως υστερεί στη χώρα με την ισχυρότερη ναυτιλία και να ενεργήσουν επ' ωφελεία της και κυρίως των εμπλεκομένων σε αυτήν.

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Στον «κατά Κτησιφώντος» λόγο του Αισχύνη, μας δίνεται μια εικόνα, των πρώτων διατάξεων «Νόμων» σε θέματα Ναυτικού Δικαίου, που αφορούν τις υποχρεώσεις των πορθμέων Σαλαμίνας. Με αυστηρές για την εποχή τους διατάξεις προβλέπεται η δια βίου στέρηση του δικαιώματος των κυβερνητών πορθμείων, εάν, έστω και ακουσίως, γίνονταν υπαίτιοι ανατροπής των σκαφών τους. Σκοπός του νόμου, ήταν η προστασία της σωματικής ακεραιότητας των διακινουμένων επιβατών, από επιπόλαιες ενέργειες. Η συγκεκριμένη διάταξη, προφανώς απέβλεπε εις το να μην αναλαμβάνει κανείς την εκτέλεση πλου, εάν δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρίες.

Από το Αττικό ή Αθηναϊκό δίκαιο, στο οποίο περιέχονται πολλές ναυτικές συνήθειες, πληροφορούμεθα την ύπαρξη αξιόλογων διατάξεων ναυτικού δικαίου, που περιλαμβάνονταν στο εμπορικό δίκαιο της εποχής, κατά την οποία φαίνεται σχεδόν πλήρως διαμορφωμένος ο θεσμός του ναυτικού δανείου και εν μέρει ο θεσμός της κοινής αβαρίας. Το ναυτικό δίκαιο πραγματικά, αποτελεί το αρχαιότερο τμήμα του εμπορικού δικαίου και πολλοί θεσμοί του τελευταίου προέρχονται από το ναυτικό δίκαιο. Το δίκαιο, το οποίο ρύθμιζε το εξωτερικό εμπόριο, ήταν ουσιαστικά και τυπικά διεθνές, αφού δεν προερχόταν από τα νομοθετικά όργανα των πόλεων, «δίκαιον του άστεως» – αστικό δίκαιο, αλλά από την εμπορική δράση όλων των ασχολουμένων με τη ναυτιλία. Για την εκδίκαση των διαφορών που προέκυπταν από το ναυτικό εμπόριο, υπήρχαν ειδικοί δικαστές, οι ναυτοδίκες, οι οποίοι αργότερα, τους χρόνους του Δημοσθένη, ονομάσθηκαν θεσμοθέτες. Οι ναυτοδίκες εκδίκαζαν ταχύτατα τις υποθέσεις στα εμποροδικεία, ειδικά δικαστήρια που λειτουργούσαν σε ναυτικές πόλεις.

Από τους λόγους του Δημοσθένη, αντλούμε στοιχεία ναυτικού δικαίου για την πρόληψη και τον έλεγχο των ναυτικών ατυχημάτων. Συγκεκριμένα στους «Προς Πολυκλέα» (χ. 10) και «Κατά Στεφάνου» (χ. 107) λόγους του, αναφέρονται οι «Αποστολείς», οι οποίοι ήταν ένδεκα άρχοντες, δημόσιοι υπηρέτες, με καθήκον να ελέγχουν εάν τα πλοία ήταν καλά εξοπλισμένα και εφοδιασμένα πριν τον απόπλου τους. Είχαν δε και δικαίωμα επιβολής κυρώσεων, απαγόρευσης απόπλου από τον ναύσταθμο, μέχρι και φυλακίσεως. Ο έλεγχος αυτός, πραγματοποιείτο μόνο στα πολεμικά πλοία (τριήρεις), καθώς από πουθενά δεν προκύπτει, ότι επεκτεινόταν και στα εμπορικά. Στον «Προς Φορμίωνα περί δανείου» λόγο, περιγράφεται το ναυάγιο αθηναϊκού πλοίου που συνέβη μετά τον απόπλου του από το λιμένα της Κριμαίας και αποδόθηκε σε υπερφόρτωση του πλοίου από τον πλοίαρχο Λάμπη με χίλια δέματα δερμάτων. Σε άλλο χωρίο, του «Κατά Στεφάνου» λόγου, γίνεται αναφορά για την ευθύνη πλοιοκτήτη, ο οποίος καλείται να λογοδοτήσει για το ναυάγιο του πλοίου του, παρότι είχε πράξει τα πάντα για τη σωτηρία του και παρά τον πλήρη εφοδιασμό αυτού με τον απαραίτητο εξοπλισμό.Τέλος στο Ε 209 χωρίον του Αθηναίου, στους «Δειπνοσοφιστές», αναφέρεται η λειτουργία δικαστηρίου αρμόδιου για την εκδίκαση αδικημάτων στα πλοία, ανάμεσα στα οποία πιθανολογείται ότι θα περιλαμβάνονταν και αδικήματα, τα οποία θα είχαν σχέση με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας

Από τα διασωθέντα αυτά κείμενα, διαπιστώνουμε ότι προληπτικός έλεγχος στα εμπορικά πλοία, δεν διενεργείτο την εποχή εκείνη. Εφαρμόζετο μόνον κατασταλτικός και οι υπεύθυνοι προκλήσεως ναυτικών ατυχημάτων τιμωρούντο, η δε υπερφόρτωση του πλοίου θεωρείτο παράβαση που συνεπάγετο κυρώσεις, εάν προκαλούσε τη βύθιση του.

Σημαντική ανάπτυξη από τον 8ο π.Χ αιώνα, παρουσιάζει και το θαλάσσιο εμπόριο της Ρόδου, για το ναυτικό δίκαιο της οποίας εκφράζονται με θαυμασμό πολλοί ιστορικοί της αρχαιότητας. Μνημείο της ακμής αυτής αποτελούν οι περίφημοι «Ναυτικοί νόμοι της Ρόδου», των οποίων τα πρωτότυπα δεν διασώθηκαν και πληροφορίες αντλούμε μόνο από τους ιστορικούς της αρχαιότητας. Από τους κανόνες αυτούς, οι οποίοι περιέχουν συλλογή των ναυτικών εθίμων της εποχής, αξιοσημείωτες είναι οι αναφορές στο θεσμό της κοινής αβαρίας. Αν και τελικά δεν διασώθηκαν αρκετές πληροφορίες για κάθε έναν από τους κανόνες αυτούς, αποτελούν πηγή μεγάλης σημασίας για το ναυτικό δίκαιο διεθνώς.

Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Η εξέταση ζητημάτων που αναφέρονται στη ναυτιλία, παρουσιάζουν κατά κανόνα μία ιδιαιτερότητα, είτε τούτο ανάγεται στη επίλυση διαφορών από πολιτικά δικαστήρια, είτε καταλογισμό ποινικής ευθύνης, είτε ακόμη στο διοικητικό έλεγχο των ναυτικών ατυχημάτων . Η ιδιαιτερότητα αυτή, συγκρινόμενη με άλλες νομικές υποθέσεις, απαιτεί εκ μέρους των δικαστών ειδικές γνώσεις του νομικού πλαισίου του ναυτικού δικαίου, ενημέρωση στις ρυθμίσεις αλλοδαπών νομοθεσιών αλλά και γνώση των διεθνών συνθηκών κινήσεως του πλοίου, επειδή ότι αναφέρεται στη ναυτιλία έχει διεθνή, κατά κανόνα, χαρακτήρα.

Η σύσταση ειδικών ναυτικών δικαστηρίων μικτής συνθέσεως, από τακτικούς δικαστές ειδικευμένους στα θέματα ναυτιλίας και άλλα πρόσωπα με αυξημένα τυπικά προσόντα και γνώσεις, -που προτείνεται από πολλούς ως ουσιαστική συμβολή στην αντιμετώπιση του ζητήματος-, δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη, γιατί θα προσέκρουε σε συνταγματικές διατάξεις.

Η λύση που προσπάθησε να δώσει ο νομοθέτης με τη σύσταση ειδικών ναυτικών δικαστηρίων στον Πειραιά, δυνάμει του άρθ.51 του Ν.2172/1993, δεν μπορεί να θεωρηθεί, μέχρι σήμερα, ότι έχει επιτύχει τους στόχους της, αφού ελάχιστοι εξακολουθούν να είναι οι δικαστές με ειδίκευση σε ζητήματα ναυτικού δικαίου και οι φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν όσοι στελεχώνουν τα τμήματα αυτά, δεν είναι αρκετές για να καταστήσουν τον Πειραιά διεθνές ναυτιλιακό κέντρο, όπως στόχευαν οι συντάκτες των σχετικών διατάξεων του πιο πάνω νόμου.

Παρά τις καινοτομίες που εισήγαγε το ν.δ.712/1970 ως προς το νομικό ορισμό του ναυτικού ατυχήματος, τα όργανα ελέγχου και τη διαδικασία, η εφαρμογή τους στην πράξη εμφανίζει ζητήματα και αδυναμίες, η αντιμετώπιση των οποίων θα μπορούσε να γίνει ενδεχομένως με τροποποιήσεις του σχετικού νόμου.

--

Με θαλασσινούς χαιρετισμούς, Exantas