Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Εξοστρακισμός


Η συγγραφέας
Νοέλ Μπάξερ
Αν δεν το είχε δει με τα μάτια του, αν δεν είχε ζητήσει μάλιστα να το ξαναδεί για να του δώσει την ευκαιρία να αποδειχθεί οφθαλμαπάτη, έστω ένα παιχνίδι του φωτός που ήταν πρόθυμος -βιαστικός- να το δικαιολογήσει τόσες ώρες καρφωμένος κάτω από τον ήλιο, δεν θα το πίστευε. Ισχυρίζεται πως έγινε αυτό επειδή το έπιασε. Εκείνη την στιγμή, ένα μυστήριο πράγμα, κάτι έκανε ένα τσικ μέσα του, ίσως τσαφ σαν ανάφλεξη, και στην στιγμή, ακαριαία, έμαθε πως δεν θα ήταν η ζωή του στο εξής όπως πριν. Γιατί, τώρα, το είχε αγγίξει κι είχε μεταδώσει σε αυτόν ό,τι κουβαλούσε.
-//-


Πρώτος ο εργάτης που έσκαβε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών βρήκε το κομμάτι του αγγείου με το χαραγμένο ανδρικό όνομα. Μαλακά πέρασε το χέρι του πάνω στην μελανή επιφάνειά του γιατί κατά τόπους διατηρούσε ακόμη λίγη γυαλάδα που τον κάλεσε. Με το τρυφερό πέρασμα του χεριού του έβγαλε από πάνω από το όστρακο, από αυτό το μικρό θραύσμα του αγγείου, αιώνες, πάμπολλα κοιμισμένα χρόνια, σπάζοντας με αυτόν τον τρόπο την κακή συνήθεια το θραύσμα να σωπαίνει -ή μήπως τον όρκο της σιωπής;

Το βρήκε θαμμένο στη γη, καλυμμένο με χώμα σαν να ήταν κεφάλι στρουθοκαμήλου, επιζητώντας έτσι να μην βλέπει πως τα χρόνια πέρασαν και οι εποχές άλλαξαν, πως ήρθε κάποτε ένας Μεσσίας και τρεις μάγοι με δώρα, λιβάνια και τέτοια, δεν μπορούσε να τα μυρίσει σκεπασμένο με το χώμα. Ανακάλυψε το όστρακο ο εργάτης και με τη χαρά του διασώστη το επανέφερε στο φως. Με μια γοργή κίνηση το πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, με το ανθρώπινο χέρι του ανακατεύοντας άσχημα τα θεϊκά πράγματα. Συμβαίνει κάποιες φορές να είναι η διατήρηση του θανάτου ίσως ορθή. Με το που το ένιωσε στο χέρι του ήξερε, μα ήταν αργά για να το βάλει πίσω, πως θα προτιμούσε το μελανό όστρακο την ανυπαρξία στο χωμάτινο κέλυφός του. Επειδή στο μεταξύ (μόνο σήμερα) ο Παρθενών του έγινε κρατική εγγύηση για διεθνές οικονομικό δάνειο και ο υπέρλαμπρος ναός της Αθηνάς του γυάλισε σε τραπεζίτες. Πού ο καιρός που μάζευε ικέτες και ιέρειες! Το ξεθαμμένο όστρακο τον βρήκε τώρα να στέκεται γυμνός από το πέπλο του, της τελευταίας πομπής των Παναθηναίων, ένα κουτσουλισμένο μαρμάρινο κουφάρι να αγκομαχά στο χρόνο, τουριστικό μνημείο με κάλπικες Καρυάτιδες που δεν τις άγγιξε αυτές ανδρικό χέρι αρχαίου γλύπτη, ούτε έτρεξε πάνω τους το δάχτυλό του ο Φειδίας να δει αν ο χιτώνας τους σκαλώνει. Γιατί έπρεπε να είναι καλοϋφασμένο το μάρμαρο, όπως τις αξίζει.

Το χάιδεψε λοιπόν ο εργάτης λίγο, πέταξε πέρα την σκόνη και την κονιορτοποιημένη λάσπη από τα ούρα γενεών και γενεών αλήτικων σκύλων που είχαν ποτίσει τη γη του, πριν το παραδώσει στον αρχαιολόγο που στεκόταν από πάνω του με το σαφάρι μπεζ παντελόνι έτοιμος για κυνήγι. Ο αρχαιολόγος επανέλαβε την κίνηση του εργάτη, έβγαλε κι άλλους αιώνες πάνω από το αρχαιολογικό εύρημα, μάλιστα αυτός στην συνέχεια το σκούπισε απαλά πάνω στο σαφάρι παντελόνι του τρίβοντας με το ζόρι την μια εποχή πάνω στην άλλη σε μια φύρδην μίγδην, και γι’ αυτό ευτυχώς άγονη, συνεύρεση. Έσκυψε σχεδόν γονατίζοντας για να ακουστεί στο σκάμμα που βρισκόταν ο εργάτης αλλά να μην ακουστεί παραγύρω, και διάβασε:

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
ακόμα ένα υπέροχο μυθιστόρημα της Νοέλ Μπάξερ:
"Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας"
Κίμων Μιλτιάδου.

«Κίμων Μιλτιάδου» επανέλαβε σαν να συστήνεται σε μια παρέα, τόσο οικεία ακούστηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς (είχε να ακουστεί κάτι αιώνες), και εναπόθεσε μαλακά το κομμάτι από το μελανό αγγείο στο κασόνι με τα ευρήματα της μέρας.

«Μπορώ να το δω λίγο;», ζήτησε ο εργάτης.

«Τον Κίμωνα του Μιλτιάδου;» ρώτησε για να σιγουρευτεί ο αρχαιολόγος, όπως θα ρωτούσε έναν ιατροδικαστή που του ζήτησε να δει ξανά κάποιο πτώμα.

Με τέτοια ταιριαστή σε ιατροδικαστή ψυχραιμία, έπιασε κι έβγαλε από το κασόνι το όστρακο και το πρόσφερε στον εργάτη για να το δει ξανά. Έσκυψε από πάνω του και του είπε:

«Ο μπαγάσας εξοστρακίστηκε. Δεν τις καπούλαρε όπως οι σημερινοί πολιτικοί.»

Ο εργάτης περιεργαζόταν το όστρακο του Κίμωνα αμίλητος.

«Βλέπεις, Σταύρο; Τον Κίμωνά μας το 461 πΧ ο Δήμος ψήφισε να φύγει εξορία με αυτό το θραύσμα κι άλλα 5.999. Έξι χιλιάδες συν ένα χρειαζόντουσαν συνολικά. Τον κύριο που κρατάς, έξι χιλιάδες άνθρωποι θέλησαν να φύγει από την πόλη-κράτος τους και έφυγε.» Έφερε ένα γύρω το βλέμμα του μήπως κανείς είναι κοντά και τους ακούει. «Πόσες εκατοντάδες χιλιάδες, στην πραγματικότητα εκατομμύρια αλλά θα πούνε ότι βάζουμε μέσα και τα νεογνά, είμαστε εμείς που θέλουμε να φύγουν αυτοί; Αλλά οι δικοί μας δεν εξοστρακίζονται με τίποτα! Βγαίνουν στα κανάλια.»

«Ίσως έτσι εξοστρακίζεται ο κόσμος σήμερα», το φιλοσόφησε ο εργάτης. «Βγαίνουν στην τηλεόραση και γίνονται ρεζίλι στο πανελλήνιο.»

«Τα κάνανε μαντάρα. Πλίνθοι και κέραμοι, να καλή ώρα σαν τούτο το όστρακο, ατάκτως ερριμμένοι. Ένας λόφος όστρακα! Μα το Θεό τούς αξίζει να ανοίγουνε την εξώπορτά τους και να τους εμποδίζει να βγούνε έξω ένα βουνό όστρακα! Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα καθόμαστε σε ένα τέτοιο σκαμνάκι», είπε και έδειξε το σκαμνάκι του, «και θα γράφουμε ονόματα πάνω σε σπασμένα σταμνιά. Χ όνομα, Ψι όνομα, Ωμέγα όνομα, όλοι τους. Οικοτεχνία θα το κάνουμε, θα βάλουμε και τα παιδιά μας να γράφουν. Θα αφήσουν οι συνταξιούχοι το ΠροΠό και θα συμπληρώνουν όστρακα!»

Ο εργάτης γέλασε, ο αρχαιολόγος κούνησε το κεφάλι του.

«Μη γελάς, γιατί θα σε βάλω με το βουρτσάκι να περάσεις ένα χέρι όλη την ανασκαφή! Με τέτοια κομμάτια από σπασμένα αγγεία, όπως αυτό που κρατάς, υπήρχε η Δημοκρατία που υμνούνε και ποθούμε. Έγραφε χαράζοντας ο καθένας το όνομα εκείνου που θεωρούσε πως έπρεπε να φύγει για το καλό του συνόλου. Έτσι απλά. Κι έφευγε! Του έλεγε η φωνή του κόσμου με αυτά τα όστρακα, δεν θέλω άλλο να ακουμπάς τη ζωή μου και ως δια μαγείας γινόταν! Γιατί περί ενός τύπου μαγείας πρόκειται, θα το πιστεύαμε άμα το βλέπαμε εμείς σήμερα; Δεν θα τρίβαμε τα μάτια μας;»

Ο εργάτης συμφώνησε. «Θα τα τρίβαμε.»

Όταν λέμε "δήμος" εννοούμε "σκουπιδιάρικο"
Ο αρχαιολόγος κάτι σκέφτηκε και γέλασε. «Υπήρχε κι ο αρχι-μπαγάσας ο Μεγακλής του Ιπποκράτη που εξοστρακίστηκε δυο φορές. Αυτός κι αν θα ήταν... Εξοστρακίστηκε αν και ανιψιός του Κλεισθένη, είχε δηλαδή γερό μέσο, μπάρμπα Πρωθυπουργό που λέμε.»

«Καλά, τους λέγανε να φύγουνε κι αυτοί φεύγανε;»

«Βρε εδώ τον Σωκράτη δεν του είπανε οι φίλοι του να τον φυγαδεύσουν για να αποφύγει το κώνειο κι αυτός είπε όχι γιατί έτσι θα ακύρωνε όσα πρέσβευε στη ζωή του; Οι δικοί μας πολιτικοί δεν τα λένε αυτά ούτε την πρωταπριλιά!»

«Αντί για τα όστρακα, γιατί δεν τους περνούσαν από δίκη αφού είχαν δικαστήρια;»

«Δικαστές και ένορκοι όλος ο Δήμος. Μέιτζορ δίκη, Σταύρο. Υπερδίκη. Σήμερα, όταν λέμε δήμος, μάς έρχεται στο μυαλό το σκουπιδιάρικο που περνάει κάθε ξημέρωμα κάτω από το σπίτι μας και μας χαλάει τον ύπνο μας σαν μουεζίνης. Σκέψου όμως τι καλό θα γινόταν σήμερα, στην εποχή μας, με ένα τέτοιο δα πραγματάκι.»

«Το όνομα που γράφει πάνω κάνει τη διαφορά, αλλιώς είναι ένα σπασμένο κουπάκι,», είπε φωναχτά την σκέψη του ο Σταύρος.

Ο αρχαιολόγος γέλασε.
«Πάλι καλά που έχει γεμίσει η πολιτική με τους γιους και τις κόρες των παλιών βουλευτών και υπουργών», είπε ο αρχαιολόγος και αυτή τη φορά ξεκαρδίστηκε. «Έτοιμο με το όνομά τους θα το έχουμε το όστρακο. Θα το κρατάμε στο συρτάρι για τον επόμενο της οικογένειας. …Έχουμε γίνει και πολλοί πια, πού να βρίσκουμε τόσα σπασμένα κουπάκια κάθε τόσο.»
-//-
Επέστρεφε σπίτι του και δεν ήξερε πώς θα της το πει. Είχε πάρει επίτηδες τον μακρύτερο δρόμο, για να σκεφθεί. Να βρει στο μυαλό του όλες τις πιθανές εναλλακτικές οδούς. Όπως συνήθως, προτίμησε τελικά την συντομοτέρα και με το που μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: «Γυναίκα, υπάρχει δημοκρατία.»
Νοέλ Μπάξερ
(Από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)


*** *** *** *** *** ***
Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε.
ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ, αφήστε το σχόλιό σας κάτω από το κείμενο.
Γράφετε μόνον στην ελληνική γλώσσα.
Μη χρησιμοποιείται γκρίγκλις και κεφαλαία.
 *** *** *** *** *** ***