Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Νέο Μεταναστευτικό κύμα στη χώρα του Κρόνου


Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν

Νοέλ Μπάξερ
Αυτό λέω στον εαυτό μου προσπαθώντας να με πείσω. Όμως δεν πείθομαι γιατί, αντίθετα, έχω μάθει πως ποτέ δεν το μαθαίνεις αυτό. Δεν συνηθίζεται η εγκατάλειψη, ο αποχωρισμός με το ζόρι.
«Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν τα παιδιά μου», λέω και ξαναλέω κι όσο να ‘ναι ανακουφίζομαι κομματάκι αφού υποτίθεται πως είμαι μαθημένη…
Είναι σούρουπο, κάθομαι ως χώρα στην ακροθαλασσιά, στα παράλια της ηπείρου που κατοικώ, στηρίζω την πλάτη μου στα ψηλά βουνά μου, στον Όλυμπο, τον Σμόλικα, τον Γράμμο, και χάνομαι στις σκέψεις μου αφηρημένα τακτοποιώντας τα νησιά μου. Όμορφα-όμορφα τα βάζω σαν μπιμπελό, σαν μπουμπουνιέρες από παλιές βαφτίσεις, πάνω σε ένα γαλάζιο ύφασμα που κυματίζει σαν την σημαία μου και περιμένει τις νύχτες με φεγγάρι για
να ασημίσει και να πάρει αξία. Μεγαλύτερη αξία, και με βοηθήσει έτσι στα άθλια οικονομικά μου. Μήπως με σώσει σαν χώρα. Μειδιώ γιατί είμαι χαρούμενη χώρα όπως ταιριάζει σε μια ηλιόλουστη. Λίγο παραπάνω έξω καρδιά από αυτό που θα άρεσε στις χώρες που νυχτώνει νωρίς, αλλά δεν με νοιάζει. Σκοτίστηκα. Αυτό τους λέω και τώρα, στα δύσκολα, και χαίρονται, το παρεξηγούν πως μοιάζουμε, νομίζουν πως αναφέρομαι στο σκοτάδι τους. Σκοτίστηκα! Το ότι χάνω τα παιδιά μου με νοιάζει εμένα. Ότι, φουρνιές-φουρνιές σαν γέννες, μου τα παίρνουνε χώρες αβάπτιστες σε κολυμπήθρες χάλκινες. Ξένες, ανότιστες από το θαλασσινό αλάτι, που δεν δοκίμασαν το μελτεμάκι μου, τις θεϊκές μυρωδιές του θυμαριού και της άγριας ρίγανης. Χώρες δίχως μαγεία αφού δεν μαγεύτηκαν από τον δικό μου ήλιο που δύει, δύει, δύει, ώσπου κατρακυλώντας από τη μύτη ενός νησιού μου πέφτει μέσα στο νερό της θάλασσας στο σημείο εκείνο που το πρωί πλατσουρίζοντας ζύμωσαν κι άνοιξαν παιδάκια. Στο ακριβές σημείο που σημειώθηκε από τους αιώνες και έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή, ελέγχοντας και προετοιμάζοντας τη βούτα του ήλιου, γοργονίτσες με βατραχοπέδιλα και μάσκα. Και αυτές παιδιά μου.
Άραγε θα τις χάσω κι αυτές σαν μεγαλώσουν;
Ο Κρόνος που κατάπινε τα παιδιά του για να μην τον διαδεχθεί κανένα λένε πως παλιά κατοίκησε κι αυτός εδώ, στα μέρη μου, πιθανώς στο ίδιο σπιτάκι που κληρονόμησα ρημαγμένο από πολέμους, Τουρκοκρατίες, διωγμούς, πολιτικές ταραχές (ταραχές, αναταραχές και διαταραχές. Από όλων των ειδών). Ίσως εκείνος, λέω, με την ισχυρογνωμοσύνη του γέροντα, να άφησε στον τόπο τον καμένο από τον ήλιο, τον γλυκό μου ξερότοπο, ευχή και κατάρα, αποκοτιά κι εθνική κακία, κάποιος να τρώει τα παιδιά μου. Δεν θέλει να βασιλέψει κανένα παιδί μου.
Αναστενάζω και τακτοποιώ καλύτερα την Χίο που γύρισε κατά λάθος και κοιτάει προς την Τουρκία. Την έφερα πάλι μπροστά, να κοιτάει εμένα. Μυρωδιά μαστίχας μού φέρνει ο αέρας. Χαμογελώ. Πάω στο επόμενο νησί, το πιο κάτω. Το φτάνω. Έχει ακόμα σημάδια από την προσφυγιά της Μικρασίας. Το χέρι μου πληγώνει ένα παλιό καρφί που ξέμεινε πίσω από ένα ξύλινο πορτάκι. Κι ας σήκωσε το βάρος ανθρώπων που κουβαλούσανε μια χαμένη πατρίδα, είναι γερό. Έχει ακόμη τη δύναμη να πονάει. Γλείφω το χέρι μου, δεν θέλω άλλο αίμα.
Κι εκείνα τα παιδιά μου της Μικρασίας και του Πόντου δεν κράτησα, σκέφτομαι. Κι ας με έλεγαν μητέρα πατρίδα. Μου έφυγαν τότε πολλά από την τρύπα της Μακεδονίας. Βαγόνια φίσκα άντρες γερούς. Νοτιότερα, ολόκληρα αμπάρια πλοίων γεμάτα όμορφα κορίτσια, έτοιμες νύφες. Δεν μπόρεσα να τους κρατήσω στο νέο τόπο τους. Δεν ήμουν καλή μητέρα πατρίδα. Ζητώ συγνώμη που υπήρξα μία μάνα που δεν χώρεσε όλα τα παιδιά της. Τόσα χρόνια πληρώνω το τίμημα.
Ψάχνω στο μεγάλο νησί μου την Κρήτη, πάνω στην Ίδη και στη Δίκτη, για την σπηλιά όπου γεννήθηκε ο Δίας, να κρύψω κι εγώ κανα παιδί μου. Με το δάχτυλο ψηλαφώ τα βουνά γυρεύοντας το άνοιγμα της σπηλιάς. Έστω μια βολική σχισμή στο έδαφος να χώσω μερικά παιδιά μου. Γιατί και τώρα πάλι. Ξανά χάνω παιδιά μου. Πίσω από την πλάτη μου ακούω τις ετοιμασίες που γίνονται. Μεγάλες φούριες. Μια νέα γενιά παιδιών μου, μοσχαναθρεμμένα τούτα και καλοσπουδαγμένα, φτιάχνουν βαλίτσες. Θα μου τα καταπιεί ο Κρόνος όπως τα άλλα μου;
Γέρνω το κεφάλι, στο πλάι, να περάσει η ματιά μου ελεύθερη σαν κλωστή μέσα από το μάτι της βελόνας ανάμεσα από νησιά και νησούδια και να φτάσει στο σημείο του ορίζοντα που γράφουν οι χάρτες με κεφαλαίο γράμμα, στο Νότο. Ή στην Ανατολή. Ή στο Βορά. Ψάχνω να ξεφύγω από τα νέα βάσανα με κάτι κεφαλαίο. Καβαλώντας τα κύματα αποφεύγω το μεταναστευτικό κύμα. Με αυτό τον τρόπο μπορώ και δεν βλέπω τον πατέρα που βάζει στον φάκελο με το εισιτήριο του γιού του τα τελευταία χαρτονομίσματα των οικονομιών μιας ζωής, ούτε τη μητέρα βλέπω που καθαρογράφει στην κουζίνα την συνταγή για τα γεμιστά της μαμάς. Δεν μυρίζει το ίδιο ο μαϊντανός χωρίς ήλιο. Χαμηλώνω το κεφάλι. Δεν μπορώ να τους βλέπω. Δεν μπορώ να ξαναδώ. «Είσαι μαθημένη να σε εγκαταλείπουν τα παιδιά σου», μιλάω μόνη μου και, με πείσμα, ίσως και λίγο θυμωμένα, εξακολουθώ να τακτοποιώ τα νησιά μου. Δεν θέλω να ξέρω πώς μυρίζουν τα γεμιστά με μαϊντανό που δεν έχει ποτίσει ο δικός μου ήλιος.
Ψάχνω στη θάλασσα, που θέλει να με σώσει, ένα βραχονήσι, το γυμνό λιθάρι των γλάρων για να το προσφέρω στον Κρόνο να το καταπιεί, να τον ξεγελάσω όπως έκανε η Ρέα. Να γλυτώσω τους Δίες μου.
Θέλω να μην χάσω και τούτα τα παιδιά μου.
Νοέλ Μπάξερ
Πηγή: ηλεκτρονικό περιοδικό «Ως3»

ΣΣ:  Αναζητείστε τα μυθιστορήματα της Νοέλ Μπάξερ (Εκδόσεις Ψυχογιός).  Θα σας μαγέψουν!





*** *** *** *** *** *** 
 Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ, αφήστε το σχόλιό σας κάτω από το κείμενο. Γράφετε μόνον στην ελληνική γλώσσα. Μη χρησιμοποιείτε γκρίγκλις και κεφαλαία.
 *** *** *** *** *** ***