Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

ΝΟΕΛ ΜΠΑΞΕΡ - Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

 Η δραματικότερη στιγμή στο τηλεθεατικό μας μεροκάματο είναι όταν βρεθούμε σε συζήτηση που μιλάνε για την ανεργία.

Αργά ή γρήγορα θα προσγειωθούμε σε τηλεοπτικό «τοκ-σόου» που αναφέρεται σε μας, τον ανώνυμο άνεργο. Θα πέσουμε πάνω σε μια ομάδα εργαζομένων που έχουν προσκληθεί στην τηλεόραση να μιλήσουν για την ανεργία που αγνοούν. Θα συζητάνε στην τηλεόραση «το θέμα μας» ερήμην μας. Μπροστά στα μάτια μας, άγνωστοί μας άνθρωποι θα διαπληκτίζονται και θα χειρονομούν με την ίδια ένταση και φραστικό λεκτικό που στο διπλανό κανάλι πριν από λίγο διαπληκτίζονταν και χειρονομούσαν για νεκρά κοτόπουλα και μολυσμένα γάλατα.

Θεωρητικά μια τηλεοπτική συζήτηση με θέμα την ανεργία, μας αφορά. Την πρώτη φορά την παρακολουθούμε όπως θα εξετάζαμε σε μια ομαδική φωτογραφία που δείχνει κι εμάς, τα μαλλιά μας και τα δόντια μας.

Στην πράξη, μια τηλεοπτική συζήτηση με θέμα την ανεργία δεν μας αφορά. Από τη θεματική ντουλάπα της συζήτησης, απουσιάζει το δικό μας ρούχο. Το αγαπημένο μας, εκείνο το πολυφορεμένο τριμμένο μέσα κι έξω ρούχο που έχει ντυθεί τη μυρωδιά μας.

Από τον καναπέ-φωλιά μας, σε απόσταση ασφαλείας δηλαδή, χωρίς κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε μασουλώντας πατατάκια τη μεγάλη μάχη που δίδεται για χάρη μας στην τηλεόραση. Οι κάμερες δείχνουν κοντινά πλάνα από πολεμιστές με μακιγιάζ τηλεοπτικής μάχης. Άσφαιρες λέξεις φεύγουν προς κάθε κατεύθυνση του πάνελ κι επιστρέφουν, μπούμερανγκ, κενές και κουρασμένες.

Απουσιάζουμε. Στο πάνελ δεν παρευρισκόμαστε. Κοιτώντας προσεκτικότερα τους ομιλητές, δεν θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μην περιμένετε ότι θα σας δείτε να σας κουνάτε το μαντήλι στην οθόνη. Ούτε για χαιρετισμό. Ούτε για να παραδοθείτε.

Όσο μιλάνε για μας, εμείς είμαστε στο σπίτι μας. Σαν ο βασικός ομιλητής να πήγε για λίγο έξω και να έμεινε η καρέκλα του κενή σε όλη τη διάρκεια της τηλεοπτικής συζήτησης. Αφήνοντας, ως συνομωτική υπογραφή ή ίχνος παρουσίας, την παράταιρα γιγαντιαία σκιά του στο σκηνικό της εκπομπής. Την σκοτεινή σκιά ενός προβλήματος με χέρια και με πόδια. Σε ένα επαγγελματικό πάνελ-ρινγκ όπου θα γίνουν σε λίγο όλοι μαλλιά-κουβάρια.

Η σκιά μας στον καναπέ, και όχι εμείς, παρακολουθεί την άνεργη ιδιότητά μας γυμνή στο εξεταστήριο, με τους επαγγελματίες φοιτητές του «τοκ-σόου» να μας περιεργάζονται ως εξεταστέα ύλη. Όσο εμείς, ως τηλεθεατής μας, έχουμε πιαστεί στα χέρια με το διαβολάκι μέσα μας που μας ρωτάει περιπαικτικά πόσοι τηλεθεατές έκαναν zapping από την εκπομπή «μας» μη βρίσκοντας ενδιαφέρον.

Σκέψη στο περιθώριο
Το διπλανό κανάλι παίζει κωμωδία.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία


Ποια είναι  συγγραφέας Νοέλ Μπάξερ


Αν, αναπάντεχα, έπεφτε από τον ουρανό σε ένα ερημονήσι, είναι πέρα για πέρα σίγουρο ότι θα ήθελε να ήταν πολύ μεγάλο νησί για να χωρέσει την οικογένειά της, τους φίλους της και το …ποντίκι του λαπ-τοπ της. Μέχρι να τους βρουν και να τους "σώσουν", θα κατέληγε η περιπέτεια σε beach party, γιατί είναι πραγματικά πολύ θετικό άτομο. Το φεγγαρόφωτο το προτιμά αν και δεν της αρέσουν οι βουβές σκιές και οι σκοτεινές πλευρές των ανθρώπων. Την ερώτηση που απεχθάνεται, την ακούει από νήπιο και θα την ακούει ενδεχομένως εις αεί: "Αν γινόταν πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα, εσύ με ποιανού το μέρος θα 'σαι;". Η Νοέλ πολύ γλυκά απαντά: Είμαι Ελληνίδα με ξενικό όνομα. Τόσο απλά.

Αυτή είναι η Νοέλ. Μια γλυκύτατη ύπαρξη, μια όαση στην αδιάφορη κοινωνία της εποχής μας που προσελκύει γύρω της τους ανθρώπους με αφοπλιστική ειλικρίνεια, με μοναδική ευγένεια και με πραγματικό - συγκινητικό ενδιαφέρον.

Γεννήθηκε στην Αθήνα από Βρετανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Τα παιδιά της χρόνια, τα έζησε στην Καβάλα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην αρχαιολογία στην Αγγλία. Εργάστηκε στη Διαφήμιση και μετά ως υπεύθυνη Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων σε ελληνικές επιχειρήσεις.

Για την ανεργία

Η γραπτή έκφραση, διαπιστώνεται ό,τι είναι μία από τις αγαπημένες της ασχολίες. Γράφει για ότι της κεντρίζει το ενδιαφέρον, για ό,τι τη συγκινεί. Έτσι προέκυψε και η σειρά των κειμένων της για την ανεργία που μαστίζει την εποχή μας.

Κείμενα που ξεχωρίζουν καθώς η Νοέλ εισχωρεί εκεί που είναι ο ΕΝΑΣ, ο Άνθρωπος. Εκεί που η αγωνία του άνεργου, εκφράζεται μέσα στη στιγμή της καθημερινότητας του ιδίου και των γύρω του. Στη ψυχή και στη καρδιά του. Στην προσωπική του αγωνία και όχι στη συμμετοχή του για τη συμπλήρωση των στατιστικών στοιχείων μια κοινωνίας, κάτι που το βλέπουμε διαρκώς στα ΜΜΕ με αδιαφορία πλέον.

Η Νοέλ Μπάξερ έχει εκδώσει και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο : «Μια φορά κι έναν καιρό σήμερα». Αρθρογραφεί όμως και σε εφημερίδες και σε περιοδικά και στον Ηλεκτρονικό Τύπο και τα κείμενά της αποτελούν συχνά κεντρικό θέμα συζητήσεων.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα δύο μυθιστορήματα της Νοέλ Μπάξερ, αγαπήθηκαν τόσο πολύ από το κοινό.

ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ από τις εκδόσεις «Ψυχογιός»


Ένα μυθιστόρημα μαγευτικό, απόλυτα λογοτεχνικό, στιβαρό και σφιχτεδεμένο που φέρνει μπροστά μας τα πάθη και τους καημούς ενός ολόκληρου κόσμου, όπως έγραψε ο φιλόλογος και ιστορικός Νίκος Καραγιαννίδης.

Αλλά και μία αναγνώστρια, η Κλημεντίνη Σταματέλου, σημειώνει: Παρά τις δυσκολίες των ηρώων του και τον κατατρεγμό τους, το βιβλίο είναι τόσο τρυφερό και γλυκό που δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου. Έχει ωραία πλοκή, με περιεχόμενο, και η απόδοσή του είναι τέλεια. Η συγγραφέας έχει δέσει άψογα τις αφηγήσεις μεταξύ τους χωρίς να κουράζει. Η αγάπη είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο και οι χαμένες πατρίδες δύσκολα θα ξεχαστούν. Είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα θυμάμαι για καιρό.

Όμως και προσωπικά – η υπογράφουσα – τολμώ να παραδεχθώ ότι αυτό το βιβλίο με έχει σκλαβώσει. Τόσο  υπέροχο και στρωτό λόγο, μια τόσο σωστά δεμένη πλοκή, τόσες ανατροπές και τέτοιο μεγαλείο ψυχής πουθενά αλλού δεν έχω συναντήσει.

Η Νοέλ ξεκινά από τη Μ. Ασία, μεταφέρει κάποιους από τους ήρωές της στην Κύπρο, ξανά στη Μ. Ασία, στην Ελλάδα, στην Ινδία και έτσι καταφέρνει να ξεδιπλώσει την ιστορία ενός τμήματος του Ελληνισμού, μέσα στον 20ο αιώνα χωρίς μεμψιμοιρίες, αλλά με τον καθημερινό αγώνα να είναι ο πρωταγωνιστής και συχνά ο νικητής. Η οδύσσεια των Ελλήνων της Μ. Ασίας φαίνεται να συνταιριάζει απόλυτα με την Οδύσσεια του Ομήρου.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ από τις εκδόσεις «Ψυχογιός»



Στο δεύτερο μυθιστόρημά της, η Νοέλ Μπάξερ ακροβατεί και «αντιπαραλληλογράφει» στην Ξενοφώντος Κύρου Ανάβαση.  Και οι ήρωές της προέρχονται από ένα άλλο ταλαιπωρημένο κομμάτι του Ελληνισμού, τον Πόντο. «Η “λευκή εξορία” ήταν μια Κύρου Ανάβαση σε αντίστροφη πορεία. Ο Ξένοφών και το στράτευμα κατέληξαν στον Πόντο, η γιαγιά (σ.σ. της Σουλτάνας) και οι εκτοπισμένοι ξεκίνησαν από τον Πόντο».

Η Σουλτάνα, (σ.σ. χριστιανή) έχει μπροστά της μια ολόκληρη νύχτα για να κάνει μια καινούρια αρχή… Γι αυτή τη νύχτα επιλέγει να επιστρέψει από την Αθήνα στις ρίζες της, στην Κερασούντα του Πόντου. Σε ένα μοναχικό καφενείο, καθισμένη απέναντι από τον Τούρκο ξάδερφό της Σερχάτ, για να βυθίζεται στα θαλασσιά μάτια του που της θυμίζουν τη γιαγιά της.  Εκεί η Σουλτάνα κατεβαίνει τα γεγονότα της ιστορία με την ελπίδα ότι θα συναντήσει το παρελθόν της και θα απελευθερωθεί…

Όμως το μυθιστόρημα δένεται και  με το σήμερα. Με ένα έγκλημα στη σύγχρονη Αθήνα, μια δοκιμασία που βάζει τη Σουλτάνα μπροστά στις Αρχές και τις Αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε.

Και μέσα από τις σελίδες της Νοέλ Μπάξερ, ο Πόντος του χθες, επιδρά καταλυτικά στους απόγονους του σήμερα, αλλά ομολογεί και τον πόνο καθε εκτοπίσμένης ψυχής κάθε εθνικότητας, κάθε εποχής. Σελ. 30: «Πόση δύναμη χρειάζεται για να μη φανερώσεις την ικανοποίηση ότι, ενώ σε διώξανε, εσύ υπάρχεις;»


Οι οικογενειακές αρχές, οι αξίες, αποτελούν θεμέλιο ζωής και προκοπής και αξιοσύνης και πάνω απ΄όλα αξιοπρέπειας και παραμένουν αναλίωτες μέσα στο χρόνο. Ο Πόντιος παραμένει Πόντιος στη ψυχή και στη καρδιά και όσα χρόνια κι αν περάσουν θα κρατάει ψηλά τη σημαία της συμπαράστασης και της αλληλεγγύης. Ακόμα και εάν χρειαστεί να κάνει θυσίες. Ακόμα κι αν χρειαστεί να παρανομήσει. Αυτή είναι η Σουλτάνα, η πρωταγωνίστριας της «Νύχτας που γύρισε ο χρόνος».

Κι αυτό που έμεινε να θυμάμαι όταν έκλεισα την 428 και τελευταία σελίδα του βιβλίου: Κάποιοι παίζουν (σ.σ. ανέμελα) με τη ζωή όπως η κοπελίτσα κάτω από το μπαλκόνι της νύχτας…
Κάποιοι άλλοι βλέπουν ξαφνικά την ανατροπή της ζωής τους εκεί που νόμιζαν ότι απελευθερώθηκαν από ένα «εμπόδιο» που δυσκόλευε τα μέχρι στιγμής «θέλω» τους και ίσως και τη τάξη της ζωής τους. Να δεις πως το είπε η Σουλτάνα στη σελίδα 373: «Μαμά μου, οι άνθρωποι έχουν το έμφυτο χάρισμα να ανατρέπουν».

Μεταφέρεται στην τηλεόραση?
 

Και μια έκπληξη:  Εάν δεν θέλετε να πιαστείτε ...αδιάβαστοι, διαβάστε αμέσως το μυθιστόρημα καθώς όπως έχουμε πληροφορηθεί ο σκηνοθέτης Γιάννης Μαργαρίτης, ήδη πρότεινε στην συγγραφέα, τη μεταφορά του μυθιστορήματος στη μικρή οθόνη.  Το σίγουρο είναι ένα.  Αυτό το μυθιστόρημα είναι συγκλονιστικό.