Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ


Σ΄ ένα μοναδικής συγκίνησης και ενθουσιασμού κλίμα, πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση του ομογενή ποιητή της πατρίδας και του έρωτα Πόλυ Κυριάκου, στην πολιτιστική αίθουσα του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδας, στο Μανχάταν.

Εκατοντάδες φίλοι και θαυμαστές του στιχουργού ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του για την πρώτη του εκδήλωση όπου παρουσιάστηκαν αρκετά τραγούδια σε στίχους του, στοίχους που έκλεψαν τις καρδιές όλων των ξεριζωμένων αλλά και κάθε Έλληνα.

Όπως ο ίδιος δήλωσε στο nextok " Αυτή η εκδήλωση ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα.
Εισέπραξα πολλά χειροκροτήματα, πολύ θαυμασμό και πολλή αγάπη από γνωστούς και άγνωστους και όλους θέλω να τους ευχαριστήσω μέσα από τα βάθη της ψυχής μου.  Τελικά φαίνεται ότι η αφοσίωση και η αγάπη για την ποίηση και τα τραγούδια μου όλα αυτά τα χρόνια δεν πήγε χαμένη".

Όπως ανέφερε στο ρεπορτάζ του το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, και δημοσίευσε η "Ναυτεμπορική", " Συμβολιστικές επιρροές από γεγονότα που καθόρισαν το ταξίδι του στιχουργού και έντονα συναισθήματα νοσταλγίας και φυγής ήταν κυρίαρχα στο λόγο που αποτυπώθηκε με γλαφυρό τρόπο σε απαγγελίες και τραγούδια".

Τρεις έρωτες
Σε τρεις έρωτές του αναφέρθηκε ο Πόλυς Κυριάκου στη σύντομη  αλλά εξαιρετικά ευαίσθητη και συγκινητική ομιλία του.   Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, με πολύ λίγα λόγια, κατάφερε να αγγίξει  στο σύνολό της, τη σκέψη και την καθημερινή αγωνία του Έλληνα μετανάστη. Και ιδιαίτερα του Έλληνα που του έτυχε η μεγάλη τύχη να γεννηθεί πάνω σε μια κουκκίδα ελληνικής γης, την Κύπρο μας.

Όπως είπε: "Tα ταξίδια είναι όμορφα. Κυρίως για αυτούς που ξέρουν να χάνονται. Στάθηκα τυχερός στη ζωή μου γιατί είχα τρεις έρωτες. Τη Λευκωσία, την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.

Η Λευκωσία μου έδωσε τις μνήμες. Μεγάλωσα στα παλιά Βενετσιάνικα τείχη.  Εκεί αγάπησα την αγωνία ενός Τόπου που αγωνίζεται για την απελευθέρωση από τους Εγγλέζους.  Είδα με τα παιδικά μάτια τις μάχες του 63.  Ύστερα, έφηβος, χόρτασα τη μεγαλύτερη ντροπή της σύγχρονης εποχής. Την τούρκικη εισβολή του 74.

Η Λευκωσία μου χάρισε τη ψυχή. Το χρώμα, τις μυρωδιές του γιασεμιού, τα στενά δρομάκια, τα τραγούδια του Κουγιουμτζή και του Νταλάρα από το παλιό ραδιόφωνο του ΡΙΚ.  Η Λευκωσία μου έδωσε απλόχερα την αγάπη για ό,τι πιο αγνό και αληθινό.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους ανθρώπους κείνης της πόλης. Από τον εφημεριδοπώλη της οδού Θησέως, ως το χαμόγελο του Εθνάρχη Μακάριου καθώς έμπαινε στη λιμουζίνα του απέναντι από το Παγκύπριο Γυμνάσιο.

Και μετά, όταν πια η πόλη αυτή μοιράστηκε στα δύο και δεν έλεγε να αλλάξει σκηνικό, το επόμενο εισιτήριο έγραφε “Αθήνα”.

Η εικόνα απέκτησε περισσότερο γαλάζιο. Τα ραδιόφωνα έπαιζαν Λεοντή, Μαρκόπουλο, Λοΐζο.  Η Αθήνα είχε τραγούδι.  Ατέλειωτο τραγούδι.  Μπουάτ, μαγαζιά, θέατρα. Ένας κόσμος μαγικός. Πρωτόγνωρος.  Με νότες. Με παρτιτούρες.  Σαν ένα θέατρο χωρίς τους θεατές αλλά και με θεατές κάποτε. Όλους μαζί και όλα μαζί. Με τους σοσιαλιστές, τους Νεοδημοκράτες και τους ΚουΚουΕδες. Με την Κύπρο πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού. Αφημένη, παρατημένη κουρασμένη, στολισμένη τα χρυσοποίκιλτα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

Λίγο πιο κάτω, ένα τετράγωνο πιο πέρα ο Μούτσης σιγοψιθύριζε τον στίχο του Τριπολίτη ...θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζει...Ερηνούλα μου...

Στα μισά του δρόμου, απλώνεις το χάρτη, βλέπεις τον κόσμο ξανά. Τα μάτια καρφώνονται στα πιο ψηλά κτίρια. Σε μιαν άλλη Μητρόπολη. Το αεροπλάνο μετά από ένα μεγάλο ταξίδι προσγειώνεται στην πόλη που βρισκόμαστε σήμερα. Νέα Υόρκη. Νέα εικόνα. Νέα όνειρα σε πλατιές λεωφόρους. Με την Κύπρο και πάλι αδιάκοπα στο πίσω μέρος του μυαλού. Στην ίδια θέση. Με τη μοιρασιά πιο βαθιά. Με τα χρόνια να παλιώνουν όπως και οι ρυτίδες. Με τις οργανώσεις, τις επιτροπές δικαιοσύνης, τις αφισοκολλήσεις, τις συναυλίες. Με την ελπίδα. Με τα σλόγκαν. Δέκα χρόνια είναι πολλά. Είκοσι. Τριάντα. Και να κοντεύουμε σαράντα τώρα. Πενηντάρηδες πια.

Της Πατρίδας και του Έρωτα.

Γιατί Έρωτας είναι Πατρίδα. Και Πατρίδα είναι Έρωτας. Ανάμεσα στα δύο είμαστε εμείς. Οι υπερήφανοι, οι παθιασμένα υπερήφανοι Έλληνες μετανάστες.  Οι εμιγκρέδες.  Οι απίστευτα ρομαντικοί και βαθιά ερωτευμένοι άνθρωποι της διασποράς.  Της Πατρίδας και του Έρωτα.  Επειδή μέσα μας κουβαλάμε ό,τι καλύτερο γέννησε η Ελλάδα.  Επειδή μέσα μας κουβαλάμε την ελπίδα. Επειδή ο στίχος μας λέει "Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο".  Επειδή το τραγούδι μας λέει "Σαν το ποίημαν του Λιπέρτη / ζωγραφκιά του Κκάσιαλλου / αχ Τζερύνεια μάνα μου". Έστω κι αν ο χάρτης είναι ακόμα μισός, ο πόθος είναι ολόκληρος. Ξεχειλισμένος.

Ευχαριστώ για τη τιμή που μου κάνετε να ταξιδέψουμε απόψε μαζί.  Όλα αυτά τα χρόνια δεν ήθελα πολλά. Ένα χαρτί κι ένα μολύβι.  Έτσι απλά κι αθόρυβα.  Ώστε να βρεθεί το υλικό που κάνει τη ψυχή να ημερέψει.  Κλείνω με ένα ποίημα που γεννήθηκε στα μισά της δικιάς μου διαδρομής.  Φοιτητική Εστία Αρρένων Πατησίων, 1981.

Αν θέλεις ν΄αγαπήσεις την Πατρίδα σου, φύγε απ' αυτήν.


Μα αν θέλεις ν' αγαπήσει σε η Πατρίδα σου


Σφιχτάγγιξέ την


Σφιχτόδεσέ την σαν Σταυρό


Στις πιο βαθιές - βαθιές πληγωματιές


Εσύ να γίνεσαι φρουρός


Και μια η φλέβα να είναι αυτή που σας κρατεί

Από το ρεπορτάζ του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάσαμε επίσης: " Η εκδήλωση  στην αίθουσα του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδας, στο Μανχάταν έμοιαζε σαν ένα είδος λιτανείας στη διαδρομή της μεταπολεμικής γενιάς στην ημικατεχόμενη Λευκωσία, της μεταπολιτευτικής δημιουργικότητας στην Αθήνα και του ελληνικού κόσμου στη Νέα Υόρκη, τρεις πόλεις που σημάδεψαν τις λέξεις και τις εκφράσεις του κυπριακής καταγωγής ποιητή-στιχουργού.


Το τραγούδι  "Κερύνεια", σε στίχους του Πόλυ Κυριάκου, μουσική Παντελή Θαλασσινού και ερμηνεία του Γιώργου Νταλάρα, αποτελεί πλέον "σημείο αναφοράς" της "καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας" και στο χώρο της ελληνοαμερικανικής κοινότητας "ενάντια στη λήθη και το συμβιβασμό για τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, όλα αυτά τα χρόνια", όπως σημειώθηκε χαρακτηριστικά σε χαιρετισμούς επισήμων.

Ο συνθέτης και τραγουδοποιός Σταύρος Σιόλας, ο οποίος παλαιότερα κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, ερμήνευσε δικά του τραγούδια σε στίχους του Πόλυ Κυριάκου και ιδιαίτερα από την τελευταία του δουλειά "Στα μισά της νύχτας", καθώς επίσης και τραγούδια άλλων συνθετών, αναδεικνύοντας τη βιωματική σχέση του στιχουργού με τον τόπο καταγωγής του, τα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα, τις κινητοποιήσεις των Ελλήνων στην Αμερική και με την "παντοδυναμία της αγάπης και του έρωτα".

http://www.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.youtube.com%2Fwatch%3Fv%3D-uDZh6p9lA0%26feature%3Dplayer_embedded%23at%3D145&h=7a7e8HoRYYJGYLGsT309unCMShg

Τραγούδια σε στίχους του Πόλυ Κυριάκου, ερμήνευσε επίσης η Γιάννα Κατσαγιώργη, γνωστή από τη δισκογραφική συνεργασία της με το Μάνο Χατζιδάκι, όπως και η 14χρονη Ιλεάνα. Στίχους και ποιήματα του Πόλυ Κυριάκου, εκτός από τον ίδιο, διάβασαν η Σύλβια Μούζουρου, η Ιωάννα Κυριάκου και η Φαίη Ταμιωλάκη, ενώ για τον δημιουργό και το έργο του μίλησε ο καθηγητής και ηθοποιός Γιάννης Σιμωνίδης. Την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε ο συνθέτης Σπύρος Εξάρας και την παρουσίαση έκανε η Ιωάννα Ξανθοπούλου.

Σύντομους χαιρετισμούς απηύθυναν οι Γενικές Πρόξενοι της Ελλάδας και της Κύπρου,  Μπαλτά και Κούλα Σοφιανού αντίστοιχα, καθώς και εκπρόσωποι των διοργανωτών αυτής της πολιτιστικής εκδήλωσης "που ανέδειξε το συλλογισμό μιας φωνής της ελληνικής διασποράς, ανήσυχης και ευαίσθητης στις πλατιές διαδρομές αναζήτησης της ιστορικής μνήμης".

Η εκδήλωση διοργανώθηκε με τη συνεργασία του Γενικού Προξενείου της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Νέα Υόρκη, της Κυπριακής Ομοσπονδίας Αμερικής, της ΠΣΕΚΑ και του μη κερδοσκοπικού ομογενειακού ραδιοφωνικού οργανισμού "Κόσμος FM".

Αξίζει να τονιστεί ότι ο Πόλυς Κυριάκου, έγραφε στίχους από παιδί.  Η εισβολή του 1974 βρήκε τον Πόλυ μαθητή του Γυμνασίου στη Λευκωσία και οι μέχρι τότε εφηβικοί ερωτικοί του, στίχοι με αφορμή τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα , άρχισαν να μετατρέπονται σε στίχους αγάπης για την πατρίδα και τη λευτεριά.  Έτσι σιγά σιγά "κτίστηκε" ο ποιητής του έρωτα και της πατρίδας ο οποίος μέχρι σήμερα μας έχει χαρίσει ένα εξαιρετικό πολυποίκιλο μουσικο-στιχουργικό έργο αν και το βασικό του επάγγελμα είναι οι Γραφιστικές Τέχνες.

Ο Πόλυς Κυριάκου ζει και εργάζεται τα τελευταία χρόνια στη Νέα Υόρκη.

Θεοδοσία Κοντζόγλου