Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ, Ο ΚΑΛΟΣ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Να με λες Θανάση...

Του Νίκου Βιδάλη

Ένας μεγάλος ηθοποιός. Από τα πιο αξιόλογα άτομα αυτής της διδακτικής σχολής που δημιούργησαν ένα νταμάρι, από το οποίο αντλούν λίθους και οι νέοι κωμικοί. Είναι από τις περιπτώσεις που η δουλειά του δεν εξαντλείται στην ανώνυμη φάρσα, που έβγαζε απλά γέλιο. Ένας καλλιτέχνης, με ευαισθησίες, που μέσα από τα έργα του στέλνει πολλαπλά μηνύματα.

Οι κωμωδίες του διευρύνονται... Σατιρίζει τα ελαττώματα των Νεοελλήνων, αλλά προχωρεί και σε ταινίες με πολιτικά υπονοούμενα σε εποχές δύσκολες. Σάρκασε το αστικό μας περιβάλλον μέσα από έναν δικής του επινόησης φτωχοδιάβολο, που δεν ήταν τελικά ένας αλλά πολλοί χαρακτήρες. Ήξερε να σοβαρεύεται αστειευόμενος και να αστειεύεται με τις σοβαροφάνειές μας. Απέδειξε ότι έχει και θα έχει διάρκεια γιατί είναι ο ίδιος ο ελληνικός κινηματογράφος αυτοπροσώπως!

Θανάσης Βέγγος - Η Τελευταία Νανοχήνα


Όλα είναι δρόμος... του Παντελή Βούλγαρη (1998)

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ως σήμερα: «Mακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι' αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι' αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Όσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: Xαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.

Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου». Όμως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής...
Τι λένε για τον Θανάση Βέγγο:

Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Δεν συμμερίζομαι την άποψη περί κατατρεγμένου Ελληνα. Δεν βλέπω έτσι τον Ελληνα. (...). Στη συνεργασία μας πήρα αυτό που εγώ θεωρώ το καλύτερο που μπορούσα να πάρω από τον Βέγγο. (...) Δούλεψε με 20 βαθμούς υπό το μηδέν. Και χωρίς πάρα πολλή κίνηση» (χαμογελά).

Παντελής Βούλγαρης: «Κουβαλά τις μνήμες του Μικρασιάτη, του ανθρώπου του Εμφυλίου και της εξορίας (...). Θυμάμαι πως με το που στηνόταν το τρίποδο της μηχανής, υπολόγιζε τι φακό θα χρησιμοποιούσα και είχε ήδη πάρει τη θέση του».

Νίκος Κούνδουρος: «Στη Μακρόνησο, ενώ προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, τον είδα να καταφθάνει με κάτι σανίδια και να κάνει κάτι κατασκευές. Οταν τέλειωσε μου λέει: "Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια. Θα πεθάνεις". "Ή τρελός ή άγιος είναι", σκέφτομαι... Αργότερα τον πήρα στη "Μαγική Πόλη". Δεν έπαιζε μόνο. Μας συγύριζε, μας ψώνιζε, μας έφερνε σάντουιτς».

Κώστας Γεωργουσόπουλος: « Ανήκε σε μια γενιά κινηματογραφικής βιοτεχνίας που έκανε τη μιζέρια τέχνη. Στην ουσία έπαιζε το ρεπερτόριο του Καραγκιόζη: Ο Βέγγος στην Κατοχή, ο Βέγγος στον πόλεμο, κ.ο.κ.: έναν τύπο που εντάσσεται κάθε φορά σε νέες περιπέτειες».

Αιμίλια Υψηλάντη: «Αν και δεν ήταν ωραίος, ήταν τόσο γλυκός που θα μπορούσε να έχει όλο ωραία κορίτσια δίπλα του. Θυμάμαι πως σ' ένα γύρισμα συνέχιζε την καντάδα που μου έκανε, αν και τον κατάβρεχαν με μάνικα. Στο γύρισμα διακινδύνευε ακόμα και τη σωματική του ακεραιότητα».

Βασίλης Βέγγος: «Για μας, τα παιδιά του, όλη αυτή η ιστορία της οικονομικής καταστροφής πέρασε απαλά. Η μητέρα μας ήταν η πραγματική ηρωίδα (...). Απορώ στ' αλήθεια πώς γυρίστηκε ο "Φαλακρός πράκτωρ": με τον μπαμπά να χρωστά τόσα εκατομμύρια, να τον κυνηγούν από πίσω οι δικαστικοί κλητήρες, να του σφραγίζουν τα studio, τα εργαστήρια...».

Ντίνος Δημόπουλος: «O μόνος υπέροχος χωροφύλακας που είδε στη ζωή του, ο μόνος που να μην κρατά όπλο, αλλά λουλούδι, ήταν ο Βέγγος, στην ταινία "Μανταλένα"».

Ντίνος Κατσουρίδης: «Είναι -λάθος- πολλών που πιστεύουν ότι ο Βέγγος, σαν ηθοποιός, αυτοσχεδίαζε στις ταινίες του, δούλευε συστηματικά, με εξαντλητικά σχεδιασμένη την ερμηνευτική προετοιμασία του για κάθε ρόλο του, για τον τέλειο συγχρονισμό της εικόνας του (κίνηση, χειρονομία, έκφραση προσώπου) με το λόγο του...».

Κώστας Κακαβάς: «Μία φορά είδα τον Θανάση θυμωμένο. Όταν γυρίζαμε μια ταινία, τη "Μυρτιά", εμπνευσμένη από ένα τραγούδι που μας είχε προσφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης. Ηταν μαζί μας και η Γκέλυ Μαυροπούλου. Κάποιος μας έφερε ζωντανά περιστέρια κι άρχισε να τα σκοτώνει μπροστά στα μάτια μας. Πετάχτηκε ο Θανάσης, τον έπιασε από τον γιακά και τον σήκωσε ψηλά με το ένα χέρι αυτόν τον άντρακλα! Του φώναξε "κάθαρμα, εγώ πηγαίνω και ταΐζω τα ζωντανά κι ήρθες να τα σκοτώσεις, εγκληματία!...».
--------------------------------------------------------------------------------

Γνώριζε ο Καραγκιόζης τον Αριστοφάνη;

Του Στράτου Κερσανίδη


Αριστοφανικός ήρωας, πρωταγωνιστής του Θεάτρου Σκιών, ή μήπως η ψυχή του καθημερινού λαϊκού ανθρώπου αυτού του τόπου;

Οι κορυφές ενός τριγώνου μέσα στο οποίο κινούνται οι χαρακτήρες που έχει ερμηνεύσει αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος, ο δικός μας άνθρωπος: ο Θανάσης Βέγγος.
Μακρόνησος 1949

Σχολείον. η Μακρόνησος

Τάσος Κατράπας, Νίκος Κούνδουρος,
Θανάσης Βέγγος.




Ο Βασίλης Βέγγος, γιος του ηθοποιού, σε μια από τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του, μιλά στο φακό του Σολδάτου (Ένας άνθρωπος παντός καιρού), για τον πατέρα του. «Στην Κατοχή, ο παππούς ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μετά, όταν ο πατέρας κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, να πάει βεβαίως στη Μακρόνησο», λέει. Και συνεχίζει: «Θα έλεγα ότι ο πατέρας θα πρέπει να είναι από τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός, που η Μακρόνησος του 'έκανε καλό', μακροπρόθεσμα. Γιατί αν δεν είχε πάει στη Μακρόνησο, δε θα είχε γνωρίσει το Νίκο Κούνδουρο, και κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν μέχρι και σήμερα ένας πάρα πολύ καλός κατασκευαστής δερμάτινων ειδών (.) Εκεί κάποια στιγμή γνωρίστηκαν με το Νίκο Κούνδουρο και έκαναν κάποια σκετσάκια για τις γιορτές. Οπότε ο Νίκος, όταν απολύονταν σαν, του είπε: «Θανάση, κάποια στιγμή, θα κάνουμε ταινία και θα σε φωνάξω και σένα να πάρεις μέρος», έτσι κι έγινε. Ο πατέρας, βέβαια, όταν απολύθηκε, επέστρεψε στην κανονική του δουλειά, κάπου στο Μοναστηράκι, αν θυμάμαι καλά, και ξέχασε τελείως την ιστορία του Κούνδουρου, ώσπου κάποια στιγμή, όταν ο Νίκος ετοιμαζόταν να γυρίσει την πρώτη του ταινία, τη 'Μαγική Πόλη', τον φώναξε (.)».
Ο συναγωνιστής.

Από τη μεριά του ο Νίκος Κούνδουρος, θυμάται: «Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ' ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν' αρχίσω, μόνος τελείως, μ' ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ' ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ' αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: 'Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις', λέει. 'Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια.. Λέω: 'Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις'. Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο.

Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: 'Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε'. Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας».

Ο Τάσος Ζωγράφος, απέναντι από την κάμερα του Γιάννη Σολδάτου, λέει: «Ο Θανάσης κι ο Νίκος ο Κούνδουρος κι εγώ πρωτοκάναμε τις πρώτες θεατρικές δουλειές στη Μακρόνησο (.) Η Μακρόνησος είναι, για μένα και για το Θανάση, εφαλτήριο. Από κει κινήσαμε και κάναμε αυτό που κάναμε».

Μια σύγχρονη αριστοφανική φιγούρα.


Επίδαυρος
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης, είναι ένας ακόμη από αυτούς που μιλούν για το Θανάση Βέγγο, στο ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σολδάτου. «Ο Βέγγος φέρνει μαζί του όλη την ιστορία της κωμωδίας, χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει απόλυτα, χωρίς να το ξέρει. Η καταγωγή του είναι από το αρχαίο θέατρο, την παντομίμα, φτάνει στο τσίρκο, το βωβό κινηματογράφο, Μπάστερ Κίτον, αδελφοί Μαρξ, μέχρι σήμερα», λέει ο Μιχαηλίδης. Και λίγο μετά, μιλώντας για τη συνεργασία μαζί του στην 'Ειρήνη' του Αριστοφάνη, που ανέβηκε στην Επίδαυρο, λέει: «Εγώ είδα στο Βέγγο τον τέλειο αριστοφανικό ήρωα. Του ταίριαζε του Βέγγου αυτή η αίσθηση κι αυτή η λαϊκή κωμική διάσταση που έχει ο Αριστοφάνης στα έργα του».

Ο κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος, από τη μεριά του, υποστηρίζει: «Ο αριστοφανικός ήρωας είναι αστείος δεν είναι χωρατατζής. Είναι άλλο πράγμα το αστείο που έχει σχέση με το άστυ και την αστική αντίληψη κι άλλο πράγμα το χωρατό που έχει σχέση με το χωριό και με το χοντρό χιούμορ. Ο Αριστοφάνης είναι Αθηναίος πολίτης κι ασχολείται με τους αθηναϊκούς θεσμούς, όπως ακριβώς ο Βέγγος είναι Αθηναίος πολίτης, Έλληνας πολίτης, μικροαστός ή αν θέλέτε λούμπεν προλετάριος, ο οποίος προσπαθεί όμως να ενταχθεί μέσα στη μικροαστική αντίληψη, να βρει την καλή, να πιάσει το κόλπο, να μπορέσει να επιβιώσει με χίλια μέσα, όπως ακριβώς κι ο Καραγκιόζης προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στο Σαράϊ του Πασά(.)».
Πίσω από το μπερντέ του Θεάτρου Σκιών...


Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως η παρουσία του Βέγγου έχει την αυθεντικότητα του Καραγκιόζη. Σύμφωνα με τον Κούνδουρο, «Ο Βέγγος κι ο Καραγκιόζης είναι πρωτοξάδεφοι. Γεννηθήκανε από την ίδια αστείρευτη πηγή που λέγεται λαός, έζησαν στον ίδιο γεννοβόλο χώρο που λέγεται Ανατολή. Είναι η φιλοσοφία τους το κυρίαρχο χαρακτηριστικό που ενώνει τον Καραγκιόζη με το Βέγγο, και η λαϊκοσύνη τους, επίσης».

Από τη μεριά του ο Πάνος Γλυκοφρύδης έχει διαφορετική άποψη: «Δεν πιστεύω πως έχει καμία σχέση με τον Καραγκιόζη. Δεν έχει δηλαδή αυτή τη λαϊκότητα του Καραγκιόζη, με το χοντρό καλαμπούρι, το χοντρό αστείο κλπ. Και κάτι άλλο: είναι σκιά ο Καραγκιόζης».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γρηγόρης Γρηγορίου: «Ο Βέγγος είναι κι αυτός ένας λαϊκός ήρωας όπως είναι κι ο Καραγκιόζης, αλλά μεταξύ τους δεν υπάρχει καμία ουσιαστική σχέση. Ο ένας είναι σκιά κι ο άλλος είναι άνθρωπος και μάλιστα σπαρταριστός άνθρωπος».

Και ο Γιώργος Λαζαρίδης: «Δε νομίζω ότι γεφυρώνεται πουθενά ο Θανάσης των ταινιών με τον Καραγκιόζη του Θεάτρου Σκιών. Είναι δύο γεωμετρικά αντίθετοι ήρωες, αντιήρωες. Ο Θανάσης είναι ο κινητικός, ο ακούραστός, αυτός που δε σταματάει σε κανένα εμπόδιο. Ο Καραγκιόζης είναι ο τεμπέλαρος, ο οποίος εν πάση περιπτώσει, κάνει μια αντίσταση αρνητική. Του Βέγγου η αντίσταση είναι ενεργητική(.)».

Ο Δήμος Αβδελιώδης, λέει πως: «Αν ο Καραγκιόζης εκφράζει τον οίστρο, την ετοιμότητα, την αμφισβήτηση απέναντι στην εξουσία αυτού του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα κι αυτό το παιγνιώδες που αγκαλιάζει τη ζωή σφιχτά, τότε αυτό μπορούμε να πούμε ότι το έχει και ο Βέγγος. Τρέχει γιατί αν είναι η ζωή ένα ποτό, ας πούμε, θα πρέπει να το πιει μέχρι την τελευταία σταγόνα. Αν είναι ένα φύσημα αέρα, πρέπει να αφεθεί σ' αυτό το φύσημα μέχρι τέλους (.)».

Κλείνοντας τις αναφορές ανθρώπων σχετικά με το Θανάση Βέγγο, όπως αυτές αποτυπώνονται στην ταινία του Γιάννη Σολδάτου, παραθέτω τα λόγια του Παντελή Βούλγαρη: «Νομίζω ότι ο Θανάσης δεν εκφράζει μόνο το σημερινό Έλληνα, φέρνει μνήμες από το παρελθόν. Φέρνει μνήμες από το Μικρασιάτη, από τον άνθρωπο του Εμφυλίου, από τον άνθρωπο της εξορίας, από τον άνθρωπο της μετά-εποχής του Εμφυλίου. Κουβαλάει πάρα πολλά πράγματα».

Το Δημοτικό Θέατρο Κορυδαλλού
που ονομάστηκε "Θανάσης Βέγγος"
Ένας άνθρωπος παντός καιρού... Ο πολύ επιτυχημένος τίτλος του ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σολδάτου -ίδιος με εκείνον του βιβλίου του για το Βέγγο- ταιριάζει απόλυτα στον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται. Όσο για την ταινία, χαρακτηριστικό είναι το νευρώδες μοντάζ, που μόνον τέτοιο θα μπορούσε να είναι για να ακολουθήσει τους ρυθμούς του καταιγιστικού Θανάση Βέγγου. Παράλληλα με τα βήματα στη ζωή και την καριέρα του μεγάλου μας ηθοποιού ο Σολδάτος παρακολουθεί και την Ιστορία, παραθέτοντας επίκαιρα εποχής από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα μας. Με τον τρόπο αυτό εκτός από τον ίδιο τον ήρωά του και τις ταινίες του, προσεγγίζει την Ιστορία, τοποθετώντας το Βέγγο μέσα σε αυτήν.

Χωρίς πλατειασμούς και με καλό σκηνοθετικό ρυθμό ο Γιάννης Σολδάτος δίνει ένα εμπεριστατωμένο πορτρέτο του Θανάση Βέγγου, μέσα από τις ταινίες του αλλά και μέσα από μαρτυρίες και αφηγήσεις προσωπικοτήτων. Εκτός από τους προαναφερθέντες, μιλούν στο ντοκιμαντέρ πολλοί ακόμη. Εμείς, αφού σας παροτρύνουμε να δείτε την ταινία, θα κλείσουμε με τα λόγια της ηθοποιού Βάσιας Τριφύλλη, γιατί μας αρέσουν: «Το να είσαι αριστερός δε σημαίνει η ψήφος που δίνεις, είναι ο τρόπος που ζεις. Και ο Θανάσης ζει σαν αριστερός»...


--------------------------------------------------------------------------------

Mάτια γεμάτα εικόνες και ιστορίες...

Της Μαρίας Kατσουνάκη

«Δεν θα σας στοιχίσω τίποτα!», απάντησε στην πρόταση για γεύμα. «Δυστυχώς, δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου από το σπίτι». Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ένας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό - κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα. Αισθητικά και πρακτικά (να μη φθαρεί η στόφα) παραπέμπει σε άλλες εποχές. Ένα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα. Σπίτι που έχει διασχίσει αλώβητο τις δεκαετίες, με ζωή πυκνή, οικογενειακή. «Καθίστε όπου θέλετε», η προτροπή. «Να μη σας ξεβολέψω», λέω, καταλαβαίνοντας ότι η θέση του είναι δεδομένη. «Αστειεύεστε;», αποκρούει με ένα ανυπόκριτο αίσθημα φιλοξενίας και μου υποδεικνύει την αναπαυτική μπερζέρα.

«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην "Ψυχή βαθιά" του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο.

Εσωτερικά χιλιόμετρα...

Όταν τον συναντήσαμε πριν από 10, περίπου, χρόνια, στα γυρίσματα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος», στο Δέλτα του Έβρου, αρνήθηκε το μαγνητόφωνο ευγενικά αλλά και αδιαπραγμάτευτα. Διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Έτρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300. Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Όλο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κει.», έλεγε τότε. Τώρα, παίρνει θέση στον καναπέ, τα χιλιόμετρα που διανύει είναι εσωτερικά, ο χρόνος έχει αποκτήσει σχετικότητα, οι ημερομηνίες δηλώνονται κατά προσέγγιση. Δεν κρύβει τα προβλήματα υγείας, δέσμιος σε ένα σώμα που δεν ακολουθεί τις διαθέσεις του.

Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες, να γινόμαστε από δύο, τρεις όταν η σύζυγός του Ασημίνα εμφανίζεται για να σερβίρει, να διορθώσει διακριτικά μια ημερομηνία, να θυμηθεί την πρώτη τους συνάντηση.

Πώς να βάλεις εξάλλου σε μια σειρά πάνω από 120 ταινίες, θεατρικούς ρόλους, τηλεοπτικές εμφανίσεις, μια ζωή και ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο αποτυπώνονται η πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας, η οδύσσεια του Νεοέλληνα που ελπίζει και αποτυγχάνει, που ονειρεύεται και απογοητεύεται. Αλλά συνεχίζει να πορεύεται.

«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: "Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις". Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Ύστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.

Ο χρόνος κράτησε ανέπαφη αυτήν την πτυχή του Θανάση Βέγγου.

Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.

«Θα πάρετε κάτι;»

«Νερό, ευχαριστώ πολύ»

«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.

«Ο μόνος καφές που υπάρχει στο σπίτι είναι ελληνικός», συμπληρώνει εκείνη.

«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη».

Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Έπρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: "Το παρόν ονομάζεται φαντάρος"». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ήταν πέντε τάγματα. Ήμουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Έπρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

Η αλήθεια μιας εποχής...

Ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του "Τρελού του Λούνα Παρκ" (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. "Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβε το", έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. "Κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ' αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση". Πράγματι στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Όρθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια. "Είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;". "Δάσκαλε: Δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά."».

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ως σήμερα: «Mακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι' αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι' αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Όσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: Xαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.

Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου».

Όμως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.

Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ως την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος.», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει», παρατήρησε.

«Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες».

Η πιο χαρακτηριστική φράση της καριέρας σας είναι η προσφώνηση «Καλέ μου άνθρωπε..». Την πιστεύετε;

«Για όνομα του Θεού! Καθόλου.. Τότε, θα μου πείτε, γιατί το έλεγα...».

Έρχεται ο καφές δίνοντας χρόνο για ανασύνταξη. «Στην υγειά σας. Και στην υγειά της Ιωάννας (Καρυστιάνη) και του Παντελή (Βούλγαρη). Τους αγαπάμε πάρα πολύ», εύχεται η κυρία Ασημίνα, τακτοποιώντας στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση το κέικ (που είχα υποσχεθεί πως θα φέρω συμβάλλοντας στον πρωινό καφέ), κουλούρια, ένα μπολ με σοκολοτάκια υγείας. «Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια...Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Ότι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

Πόσα χρόνια είστε μαζί;

45...

Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.

Πώς γνωριστήκατε;

Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.

Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.

Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν...

Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.

Μισό αιώνα στον χώρο του θεάματος. Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν την τόση εντιμότητα και αφοσίωσή του στην οικογένεια σχεδόν ως παραδοξότητα. Γι' αυτό και η ερώτηση «τι ρόλο έπαιξαν οι γυναίκες στη ζωή σας», απλώνει ένα ανεπαίσθητο κόκκινο στο πρόσωπό του.

Είμαστε 52 χρόνια μαζί. Μιλάμε για λατρεία.

Ναι, αλλά ασκείτε και ένα επάγγελμα που, ας πούμε ότι, δεν βοηθάει τις μακροχρόνιες σχέσεις, επιμένουμε.

Έχετε δίκιο. Αλλά για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Δεν προλάβαινα κιόλας!

Χαλαρώνατε ποτέ;

Όχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά...

Τι σας ενοχλεί σε αυτό;

Ότι καταφθάνει η ώρα μηδέν...

[Η μέρα είναι φωτεινή. Κοιτάει έξω από το παράθυρο, στο βάθος του ορίζοντα. Τρώει με προσοχή λίγο κέικ. Η παύση, αναγκαία. Η κυρία Ασημίνα έχει αποσυρθεί στα ενδότερα. Η στιγμή δεν έχει ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία, ούτε αιχμές. Μόνο ησυχία.]

Ποιο ήταν καύσιμο για τη δική σας μηχανή; Το δικό σας «κάρβουνο» για να συνεχίσετε;

Απαντά χωρίς να σκεφτεί:

Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.

Ήταν, άραγε, κάτι που ήθελε να αφήσει πίσω του ή κάτι που επιδίωκε να συναντήσει μπροστά του; Διατυπώνω περισσότερο μια σκέψη παρά ερώτηση. «Αφήνω σε εσάς την απάντηση», αποκρίνεται στον ίδιο τόνο.

Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν «κύριε Βέγγο». Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ένας λαϊκός άνθρωπος ήμουν.
[Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του.]

Τι δεν αντέχετε περισσότερο;

Την υποκρισία και την ψυχική μιζέρια. Αυτό, το εσωτερικό στρίμωγμα στους ανθρώπους.

Ποιο είναι το μεγάλο δώρο που πήρατε από τη ζωή;

Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το '27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.

Έχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως;

Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.

[Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού όταν δεν είναι κοντά του.]

Τι κρατάτε από τη ζωή σας;

Ότι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.

[Η συνάντηση. Το πρωινό στο σπίτι του Θανάση Βέγγου, στην οδό Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, περιλάμβανε ελληνικό καφέ, κέικ βανίλιας, κουλουράκια πλεγμένα πλεξίδα, σοκολατάκια υγείας, που υπήρχαν ήδη πάνω στο τραπέζι. Και μια διάχυτη, ανεπιτήδευτη, ευγένεια...]

(Συνέντευξη στην Εφημερίδα Καθημερινή στις 01/11/2009).
--------------------------------------------------------------------------------

Ο Αριστοφανικός Θανάσης Βέγγος

Της Μυρτώς Λοβέρδου

Επίδαυρος 1995. Τρυγαίος στην Ειρήνη του Αριστοφάνη.

Γενειοφόρος. Ο Θανάσης Βέγγος με γένια. Μια εικόνα διόλου συνηθισμένη. Κάθεται. Άλλη μια εικόνα ασυνήθιστη. Γιατί ο Θανάσης Βέγγος συνήθως τρέχει. Και αυτή τη φορά όμως θα τρέξει. Για την ειρήνη. Για την ειρήνη των «Αχαρνέων» του Αριστοφάνη. Σε μια παράσταση σαν γιορτή, σ' ένα πανηγύρι. Για δεύτερη φορά, τρία χρόνια μετά, θα κατεβεί στην Επίδαυρο (3-4 Ιουλίου). Για δεύτερη φορά θα ερμηνεύσει έναν αριστοφανικό ήρωα. Τότε ήταν ο Τρυγαίος από την «Ειρήνη». Τώρα είναι ο Δικαιόπολις στους «Αχαρνής».

Υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιώργου Μιχαηλίδη ο Θανάσης Βέγγος θα αλλάξει την εικόνα του. «Σχεδόν ο ίδιος μου πρότεινε την αλλοίωση της εικόνας του. Κατάλαβε αμέσως τι θέλω και ήταν πρόθυμος να το κάνει» λέει ο σκηνοθέτης. «"Με βάζεις να λέω τη λέξη ψ... πενήντα φορές. Δεν έχει συνηθίσει ο κόσμος να τα ακούει αυτά από τον Βέγγο", μου είπε» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Κι εγώ του απάντησα ότι δεν με ενδιαφέρει ο μύθος Βέγγος αλλά ο ηθοποιός Βέγγος, τον οποίο εκτιμώ και θαυμάζω βαθύτατα. Και συμφώνησε μαζί μου. Ήταν έτοιμος να καταλάβει».

Στο Θέατρο Νταμάρι των Βριλησσίων αλλά και στο Ανοιχτό Θέατρο του Γκύζη συνεχίζονται οι πρόβες των «Αχαρνέων», δύο εβδομάδες σχεδόν προτού κάνουν πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο Θανάσης Βέγγος πάει πάντα πρώτος και περιμένει να αρχίσουν. Προβάρει τα λόγια του με τη βοήθεια του ηθοποιού Θόδωρου Σταυρόπουλου. Δεν του είναι ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση η αποστήθιση του ρόλου. Σηκώνεται, κάθεται, κάνει δύο - τρεις βόλτες, μιλάει με τους συναδέλφους του. Λιγομίλητος, ως συνήθως. Πλησιάζει τον Γιώργο Μιχαηλίδη, αναρωτιέται για την ώρα που θα αρχίσουν την πρόβα. Έχει αγωνία. Και το λέει: «Αυτή την περίοδο είναι δύσκολο να είμαστε καλά. Ο πυρετός της πρόβας είναι στο 39 αυτές τις μέρες. Τι αλλάζει που έχω πάρει το βάπτισμα της Επιδαύρου; Έχω πάλι τρακ. Όχι στον βαθμό της προηγούμενης φοράς». Τον ρωτάω: «Και ο Δικαιόπολις πώς είναι;». Απαντά άμεσα: «Τώρα μου παίρνετε συνέντευξη;» Όχι, μόνον ερωτήσεις. Γελάει δυνατά. Επανέρχεται στο άγχος του. Αγωνιά γιατί δεν είναι έτοιμο ακόμη το φροντιστήριο, γιατί λείπει το σκηνικό, λείπουν τα κοστούμια. Λείπουν όμως και οι γυναίκες από την παράσταση, αφού ο θίασος των «Αχαρνέων» αποτελείται αποκλειστικά από άνδρες. «Για μένα πάντως είναι χειρότερα όταν λείπουν οι γυναίκες». Μοιάζει πρόθυμος να μιλήσει, αλλά φοβάται. Έχει «τρεις χιλιάδες λόγους» για να μην ξαναμιλήσει σε δημοσιογράφο. Μια παλιά ιστορία που τον πίκρανε, τον έκανε να ορκισθεί ότι δεν θα ξαναδώσει συνέντευξη. Ας είναι.

Μετρά τις μέρες ως την πρεμιέρα της Επιδαύρου, υπολογίζει πόσο καιρό θα κάνουν πρόβες στα Βριλήσσια, πότε θα κατεβούν στην Επίδαυρο, πότε είναι η τζενεράλε. Νιώθει έτοιμος για τη μεγάλη κάθοδο στην Επίδαυρο; «Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα έτοιμος, ποτέ. Σε ό,τι και αν έκανα. Μια ζωή στην τσίτα ήμουν. Δεν ηρεμώ ποτέ. Είμαι της... αγχωτικής κωμωδίας εγώ. Όπως μου το είχε γράψει ο Γιάννης Σολδάτος. Το άγχος είναι η σπεσιαλιτέ μου. Μόνο στον άλλο κόσμο θα ηρεμήσω». Και το γέλιο, το γέλιο που ο ίδιος σκορπούσε και σκορπά δεν του προσφέρει ηρεμία; «Ποιο γέλιο;» αναρωτιέται. «Δεν βλέπω γέλιο, μόνο χαμόγελα βλέπω. Σήμερα πλέον ο κόσμος δεν γελάει με τίποτε. Έχει πολλά προβλήματα. Δεν γελάει όπως γελούσε. Έχει ανάγκη να γελάσει και μεγαλύτερη από παλιά, αλλά δεν γελάει. Είναι πικραμένος ο κόσμος. Δεν νομίζετε κι εσείς;» με ρωτάει. «Του δίνουμε αυτό που του χρειάζεται του κόσμου;» επανέρχεται. «Δεν νομίζω. Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα...».

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ξέρει καλά τον Θανάση Βέγγο. Γι' αυτό και ο ηθοποιός τον εμπιστεύεται και πορεύεται μαζί του στην αριστοφανική κωμωδία. «Είναι ο πιο υπάκουος ηθοποιός από όλους. Σε κοιτάει και είναι πρόθυμος να κάνει ό,τι του πεις» λέει ο σκηνοθέτης και φίλος του. «Και φυσικά δεν έχει καμία αίσθηση του σταρ. Δεν πουλάει τίποτε. Είναι ο εαυτός του. Κάθε πρόβα, κάθε παράσταση είναι για εκείνον όπως η πρεμιέρα». Σε αυτή τη δεύτερη συνεργασία τους ο Μιχαηλίδης ξέρει καλά τι ζητεί από τον πρωταγωνιστή του. «Η προσπάθειά μας είναι να ακούσουμε τον Δικαιόπολι. Δεν θέλουμε να ξεκινάμε από τον Βέγγο προς τον Δικαιόπολι, αλλά το αντίστροφο. Αυτή η αλλαγή πορείας είναι και πιο σημαντική και πιο θεατρική. Χωρίς να αλλοιώσει ο Βέγγος τον εαυτό του, ούτε να παραμορφώσει τους κώδικές του ή να τους αρνηθεί, αλλά βάζοντας σε προτεραιότητα τον Δικαιόπολι. Τι απαιτεί ο Δικαιόπολις; Αυτό θα κάνουμε. Είναι ένας θεατρικός και σωστός δρόμος. Όλες αυτές οι αντιδράσεις γίνονται όμως με βεγγέικο τρόπο. Είναι απαιτήσεις του ρόλου. Για να ανταπεξέλθεις σε όλα αυτά απαιτείται μια ηρεμία, πνευματική και ψυχική. Μόνος και πανικόβλητος δεν σώνεσαι. Δεν πρέπει να είσαι βέβαιος αλλά ούτε και πανικόβλητος. Τώρα που είναι η δεύτερη φορά του, νιώθει πιο καλά. Ξέρει ότι έκανε μια δοκιμή και αυτή η δοκιμή πέτυχε. Τώρα ξέρει πιο πολύ ότι του ταιριάζει ο Αριστοφάνης. Και αυτό τον καθησύχασε. Έτσι δουλεύουμε πιο ήρεμα». Από το 1995 που συνεργάστηκαν στην «Ειρήνη» ο Μιχαηλίδης του είχε μιλήσει για τους «Αχαρνής». Ο Βέγγος δεν ήξερε αυτή την κωμωδία, τη διάβασε και συμφώνησε. Έτσι επανήλθαν.

Στην πρόβα όλοι μιλάνε για την καλή του διάθεση και για τη δυνατότητά του να δημιουργεί ένα τελείως άλλο κλίμα. Σε αυτό συνέβαλε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης που ήξερε, καλύτερα από την πρώτη φορά, πώς να συνεργασθεί με τον Βέγγο στον Αριστοφάνη. Οι δυο τους όμως γνωρίζονται πολλά χρόνια. Στο παρελθόν ο Μιχαηλίδης του έγραφε νούμερα, τον σκηνοθετούσε. Έτσι έμαθε τον «βεγγέικο» τρόπο του.

«Στις πρόβες γελάμε πολύ. Ο Βέγγος είναι από μόνος του ευρηματικός, μεγάλο ταλέντο» λέει ένας από τους ηθοποιούς του Χορού, ο Ηλίας Σκούφης. «Ότι βλέπαμε μικροί στις ταινίες και γελούσαμε τώρα το βλέπουμε μπροστά μας. Κι εφόσον ο σκηνοθέτης μάς ζητεί και αυτοσχεδιασμό, καταλαβαίνει κανείς τι κάνει εκεί ο Βέγγος». Και ο Δημήτρης Πιατάς, ο οποίος υποδύεται τον Λάμαχο στην παράσταση, προσθέτει: «Είναι πρόκληση να παίζεις με τον Βέγγο. Είναι σαν στούντιο. Ο Βέγγος αποτελεί ένα παιδικό μου ίνδαλμα. Το κακό είναι ότι εγώ μεγάλωσα ενώ ο Βέγγος παρέμεινε παιδί. Μας δίνει ένα μάθημα ο Βέγγος για το πώς ο χρόνος δεν είναι φθορά. Για το πώς θα μείνουμε αναλλοίωτοι κρατώντας τον αυθορμητισμό μας. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα».

Βλέποντας τον να υποδύεται τον Δικαιόπολι εύκολα κανείς αναρωτιέται γι' αυτή την πορεία του Βέγγου, που ίσως ήρθε αργά. Είναι 73 χρόνων. Άραγε μετάνιωσε για πράγματα που έκανε; Όπως λένε όσοι τον ξέρουν, δεν έχει μετανιώσει σε τίποτε για ό,τι έκανε στον κινηματογράφο. Στο θέατρο μάλλον ναι. «Είναι όμως κάτι που δεν το συζητά ποτέ και με κανέναν» λέει ο Γιώργος Μιχαηλίδης.«Ο θρίαμβός του στην Επίδαυρο όμως ήταν τέτοιος πριν από τρία χρόνια που δεν μπορεί να μην επηρεάστηκε και να μη σκέφτηκε τα πράγματα που θα μπορούσε να είχε κάνει». Από τότε πέρασαν τρία χρόνια. Τι έκανε ενδιαμέσως; Εκτός από ένα καλοκαίρι που έπαιξε στο «Δελφινάριο» και εκτός από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, στην οποία συμμετείχε, δεν τον είδαμε αλλού. Πήγαινε όμως συστηματικά στις πρεμιέρες του Ανοιχτού Θεάτρου και οι υπόλοιπες ασχολίες του ήταν εκείνες ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Κύριο μέλημά του είναι τα δύο σπίτια που ετοιμάζει για καθέναν από τους γιους του.

«Το θετικό με τον Βέγγο είναι ότι, ενώ είναι ενστικτώδης, οι επιλογές του ήταν συνειδητές. Γι' αυτό και έγινε μεγάλος κωμικός. Οι άλλοι κωμικοί έφτιαξαν έναν τύπο. Ο Βέγγος έχει φτιάξει ένα πλάσμα κατασκευασμένο από όλα τα μέλη της ιστορίας της κωμωδίας. Και αυτό ήταν συνειδητό» τονίζει ο Γιώργος Μιχαηλίδης. «Ο θαυμασμός του απέναντι στον Τσάρλι Τσάπλιν, στον βουβό κινηματογράφο, στο τσίρκο, στον Μπάστερ Κίτον είναι συνειδητός. Αυτά τα είδη όμως κατάγονται από πολύ παλιά. Και ξαφνικά βλέπεις μέσα στον Βέγγο κωδικοποιημένη όλη την ιστορία της κωμωδίας, των κωμικών. Ως ένα βαθμό ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Η τρέλα του είναι συνειδητή. Καμία τρέλα εξάλλου και μάλιστα καλλιτεχνική δεν είναι εύκολη». Άλλωστε και ο ίδιος, μέσα στην απλότητά του, μοιάζει δύσκολος άνθρωπος, με μια ιδιαίτερη ευφυΐα. «Είναι όμως έντιμος» επανέρχεται ο Γιώργος Μιχαηλίδης. «Δεν θα σου κάνει καμία ατιμία, δεν θα σε κλέψει, δεν θα σε γελάσει. Αυτό το ήθος το έδωσε βέβαια στον ήρωα του. Γιατί είναι ίδιος ο εαυτός του».

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΕΥΑΝΝΑ ΒΕΝΑΡΔΟΥ, ΜΑΡΙΑ KΑΤΣΟΥΝΑΚΗ, ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ, ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΕΡΣΑΝΙΔΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΟΛΔΑΤΟΣ, ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ
ΑΡΧΕΙΟ/ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

Πηγή: ως3   http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_thanasis_veggos.html